Της Κατερίνας Λιακοπούλου
(Κοινωνική Λειτουργός MSc
Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια)
Τα πρόσφατα περιστατικά ψηφιακής βίας μεταξύ ανηλίκων επαναφέρουν στο προσκήνιο μιαανησυχητική πραγματικότητα: η τεχνολογία, πέρα από τις δυνατότητες επικοινωνίας και δημιουργίας που προσφέρει, μπορεί να μετατραπεί σε μέσο εκφοβισμού, διαπόμπευσης και παραβίασης της προσωπικής αξιοπρέπειας.
Η διακίνηση προσβλητικού περιεχομένου, η δημοσιοποίηση προσωπικών δεδομένων, ηδημιουργία παραποιημένων εικόνων μέσω τεχνητής νοημοσύνης και ο διαδικτυακός εξευτελισμός δεν αποτελούν απλώς ακατάλληλες ψηφιακές συμπεριφορές. Συνιστούν μορφές βίας, των οποίων οι συνέπειες μπορούν να υπερβούν τα όρια μιας οθόνης και να επηρεάσουν βαθιά την ψυχική ζωή ενός παιδιού.
Πίσω από κάθε τέτοιο περιστατικό υπάρχει ένας άνθρωπος που ενδέχεται να βιώνει φόβο, ντροπή, ανασφάλεια και απώλεια ελέγχου της προσωπικής του εικόνας. Η αίσθηση ότι ένα προσβλητικό περιεχόμενο μπορεί να αναπαράγεται ανεξέλεγκτα, να φτάνει σε άγνωστους αποδέκτες και να παραμένει προσβάσιμο, εντείνει συχνά την ψυχική επιβάρυνση.
Για ένα παιδί ή έναν έφηβο που βρίσκεται ακόμη στη διαδικασία διαμόρφωσης της ταυτότητας και της αυτοεκτίμησής του, η δημόσια έκθεση μπορεί να αποκτήσει ιδιαίτερη βαρύτητα και επικινδυνότητα. Η απόσυρση, η σχολική άρνηση, οι αλλαγές στη συμπεριφορά ή η έντονη ανησυχία ενδέχεται να αποτελούν ενδείξεις μιας δυσκολίας που δεν έχει ακόμη εκφραστεί με λόγια.
Η αντιμετώπιση της ψηφιακής βίας, ωστόσο, δεν εξαντλείται στον περιορισμό της χρήσης της τεχνολογίας. Προϋποθέτει ουσιαστική επικοινωνία, καλλιέργεια ενσυναίσθησης, σεβασμό στα προσωπικά όρια και εκπαίδευση στην ψηφιακή υπευθυνότητα. Κυρίως απαιτεί τη συνεργασία οικογένειας και σχολείου ώστε τα παιδιά να γνωρίζουν ότι μπορούν να μιλήσουν χωρίς να φοβούνται την επίκριση ή την ενοχοποίηση.
Η ψηφιακή βία μπορεί να εκδηλώνεται στον ψηφιακό κόσμο όμως ο πόνος και το συναισθηματικό αποτύπωμα που προκαλεί είναι βαθιά πραγματικό. Γι’ αυτό και η ουσιαστική προστασία των παιδιών δεν περιορίζεται στην επιτήρηση μιας οθόνης αλλά θεμελιώνεται σε σχέσεις εμπιστοσύνης, αποδοχής και ασφάλειας. Σε σχέσεις που επιτρέπουν σε ένα παιδί να μιλήσει για όσα το πληγώνουν, γνωρίζοντας ότι θα βρει κατανόηση, στήριξη και προστασία αντί για αποδοκιμασία ή αμφισβήτηση.

