Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)

Μια φορά κι έναν καιρό, ο Οκτώβριος αποφάσισε να φορέσει τη μαγική του στολή. Σκόρπισε χρυσοκόκκινα φύλλα στους δρόμους, έκρυψε τον ήλιο πίσω από γκρίζα σύννεφα και άφησε τον άνεμο να ψιθυρίζει ιστορίες κάτω από τα παράθυρα των σπιτιών. Κάπου εκεί, ανάμεσα στις κολοκύθες, στα φαναράκια και στις σκανταλιάρικες μάγισσες των παραμυθιών έκανε την εμφάνισή του και το Halloween. Μια γιορτή που ξεκίνησε μακριά από την Ελλάδα και που τα τελευταία χρόνια συναντάμε όλο και συχνότερα και στη δική μας καθημερινότητα. Παιδιά μεταμφιέζονται σε μικρά φαντάσματα, μάγους και νεράιδες αφήνουν τη φαντασία τους να ταξιδέψει σε κόσμους αλλιώτικους, γεμάτους μυστήριο και παιχνίδι. Κι αν αναρωτηθούμε τι είναι αυτό που κάνει αυτή τη γιορτή τόσο συναρπαστική για τα παιδιά, ίσως ανακαλύψουμε πως δεν είναι μόνο οι στολές και τα γλυκίσματα.
Είναι η ευκαιρία να πλησιάσουν, μέσα από το παιχνίδι, όλα εκείνα που κάποτε τους φαίνονταν τρομακτικά. Γιατί τα παιδιά αγαπούν τα παραμύθια με δράκους, μάγισσες και στοιχειωμένα κάστρα, ακόμη κι όταν κρύβονται κάτω από το πάπλωμα για να μην τα αντικρίσουν στην πραγματικότητα. Η φαντασία τούς προσφέρει έναν χώρο όπου μπορούν να γνωρίσουν το άγνωστο, να εκφράσουν τις ανησυχίες τους και να ανακαλύψουν πως ακόμη και οι πιο σκοτεινές ιστορίες μπορούν να κρύβουν μια αχτίδα φωτός. Ίσως, λοιπόν, αυτή να είναι η πιο όμορφη ευκαιρία που μας προσφέρει το Halloween, να μιλήσουμε στα παιδιά για τον φόβο χωρίς να τα φοβίσουμε. Να τους θυμίσουμε πως δεν είναι κακό να τρομάζουν, πως κανείς δεν είναι γενναίος κάθε στιγμή και πως το θάρρος δεν σημαίνει ότι δεν φοβόμαστε ποτέ.
Σημαίνει πως μαθαίνουμε να αναγνωρίζουμε όσα αισθανόμαστε, να ζητάμε βοήθεια όταν τη χρειαζόμαστε και να ανακαλύπτουμε, με τον δικό μας ρυθμό, πως το σκοτάδι δεν είναι πάντοτε τόσο τρομακτικό όσο το φανταζόμαστε. Ας ανοίξουμε, λοιπόν, ένα παραθυράκι στη μαγεία του φθινοπώρου. Ας αφήσουμε τα παιδιά να παίξουν, να δημιουργήσουν, να διαβάσουν και να ονειρευτούν. Κι ας θυμηθούμε κι εμείς, οι μεγάλοι, πως πίσω από κάθε μικρό φόβο μπορεί να κρύβεται μια μεγάλη ανάγκη για κατανόηση, τρυφερότητα και ασφάλεια. Γιατί, τελικά, το πιο όμορφο ξόρκι δεν βρίσκεται σε κάποιο παλιό βιβλίο μαγείας, βρίσκεται σε ένα χέρι που απλώνεται την κατάλληλη στιγμή και σε δυο απλές λέξεις που μπορούν να φωτίσουν ακόμη και την πιο σκοτεινή νύχτα: «Είμαι εδω».
Μικρές συμβουλές για:
Γονείς
- Μην υποτιμάτε τον φόβο του παιδιού. Το «δεν υπάρχει τίποτα» μπορεί να φαίνεται αυτονόητο σε έναν ενήλικα, όμως για ένα παιδί ο φόβος είναι αληθινός.
- Δώστε όνομα σε αυτό που αισθάνεται. Ρωτήστε το παιδί σας,τι είναι αυτό που το φοβίζει περισσότερο. Όταν ένα παιδί βρίσκει τις λέξεις για το συναίσθημά του, αρχίζει σιγά σιγά να το κατανοεί.
- Μετατρέψτε τον φόβο σε παιχνίδι. Μια σκιά στον τοίχο μπορεί να γίνει ένας αστείος δράκος. Ένα παλιό σεντόνι μπορεί να μεταμορφωθεί σε φαντασματάκι. Το παιχνίδι επιτρέπει στο παιδί να πλησιάσει ό,τι το τρομάζει με ασφάλεια και χωρίς πίεση.
Εκπαιδευτικούς
- Δημιουργήστε μια γωνιά συναισθημάτων. Τοποθετήστε στην τάξη κάρτες με εκφράσεις προσώπων και λέξεις όπως χαρά, φόβος, θυμός, λύπη και έκπληξη. Αφήστε τα παιδιά να επιλέγουν την κάρτα που εκφράζει πώς αισθάνονται.
- Αξιοποιήστε τη δύναμη των παραμυθιών. Διαβάστε μια ιστορία με έναν ήρωα που φοβάται και συζητήστε: «Τι θα έκανες αν ήσουν στη θέση του;» Έτσι, τα παιδιά μπορούν να μιλήσουν για δύσκολα συναισθήματα μέσα από έναν φανταστικό χαρακτήρα.
- Μην επιβάλλετε τη συμμετοχή σε παιχνίδια που τρομάζουν. Μια δραστηριότητα Halloween μπορεί να είναι χαρούμενη και δημιουργική χωρίς δυνατούς ήχους, απότομες εκπλήξεις ή τρομακτικές μεταμφιέσεις. Ο σεβασμός στα όρια κάθε παιδιού είναι σημαντικότερος από το ίδιο το παιχνίδι.
Κατασκευή:
Το φαναράκι που διώχνει τις τρομακτικές σκέψεις
Υλικά: Ένα άδειο διάφανο πλαστικό βαζάκι. Πορτοκαλί και κίτρινο χαρτί ή χρωματιστό χαρτί. Μαύρο χαρτόνι. Κόλλα,ψαλίδι. Ένα μικρό ηλεκτρικό κεράκι. Μαρκαδόροι.
Πώς θα το φτιαχνετε:
Ντύνουμε εξωτερικά το βαζάκι με πορτοκαλί χαρτί, αφήνοντας μικρά σημεία ελεύθερα για να περνά το φως. Κόβουμε από το μαύρο χαρτόνι μικρές κολοκύθες, αστεράκια, φεγγαράκια ή αστείες φατσούλες και τις κολλάμε στο βαζάκι.
Γράφουμε σε ένα μικρό χαρτάκι κάτι που μας φοβίζει. Διπλώνουμε το χαρτάκι και το τοποθετούμε δίπλα στο φαναράκι μας. Τοποθετούμε μέσα το ηλεκτρικό κεράκι και βλέπουμε το φως να ζωντανεύει τη μικρή μας δημιουργία.
Προτάσεις βιβλίων
Ο Πάφι και η Πορτοκαλομαλλούσα- Μια δόση από μαγεία Barbara Cantini
Μια τρυφερή και γεμάτη φαντασία ιστορία για τη δύναμη της φιλίας και της αποδοχής.
*Η κολοκύθα και το τολμηρό σχέδιο – Kate Hudson
Μια ιστορία για το πως ένας ήρωας αναγκάζεται να ξεπεράσει τους φοβους του και να ζητήσει βοήθεια.
Το Αρχοντικό των Λιβενστόουν – Μαρία Συλαϊδή
Το συγκεκριμένο βιβλίο,περνάει βαθιά μηνύματα για τη διαχείριση των φόβων μας,τη δύναμη της προσαρμογής και το πως το παρελθόν επηρεάζει το παρόν μας.
Διήγημά
Το κοριτσάκι που φοβόταν τις σκιές της νύχτας
Μια φορά κι έναν καιρό σε ένα μικρό σπίτι στην άκρη ενός φθινοπωρινού χωριού, ζούσε η Άννα. Η Άννα αγαπούσε τις ιστορίες με νεράιδες, τα χρυσοκίτρινα φύλλα και τα γλυκά που μοσχοβολούσαν κανέλα. Υπήρχε, όμως, κάτι που δεν μπορούσε να αγαπήσει με τίποτα,τις σκιές. Κάθε βράδυ, μόλις η μαμά της έσβηνε το φως, η σκιά της ντουλάπας μεταμορφωνόταν σε έναν τεράστιο γίγαντα. Τα κλαδιά του δέντρου έξω από το παράθυρο έμοιαζαν με μακριά, μαύρα χέρια και το παλτό που κρεμόταν πίσω από την πόρτα γινόταν μια μυστηριώδης φιγούρα.
«Μαμά, έλα λίγο!» φώναζε.
Κι εκείνη επέστρεφε, της χάιδευε τα μαλλιά και καθόταν δίπλα της μέχρι να ηρεμήσει.
«Ξέρεις, αστεράκι μου, μερικές φορές τα μάτια μας βλέπουν κάτι, αλλά η φαντασία μας το μεταμορφώνει σε κάτι άλλο».
Η Άννα κουνούσε το κεφάλι της, μα δεν ήταν ακόμη έτοιμη να την πιστέψει.
Ένα βράδυ, λίγο πριν από το Halloween, η μαμά της τής έφερε ένα μικρό πορτοκαλί φαναράκι με μια αστεία φατσούλα.
«Απόψε θα κάνουμε ένα πείραμα», της είπε. «Θα ανακαλύψουμε ποιος κρύβεται πίσω από τις σκιές».
Η Άννα κοίταξε το φαναράκι.
«Κι αν είναι μάγισσα;»
«Τότε θα της ζητήσουμε να μας πει την ιστορία της».
Όταν ήρθε η ώρα του ύπνου, η Άννα κράτησε το φαναράκι της αναμμένο. Το δωμάτιο γέμισε με μια ζεστή πορτοκαλί λάμψη. Οι σκιές δεν εξαφανίστηκαν,άλλαξαν, όμως,σχήμα. Η Άννα πλησίασε τη ντουλάπα. Η μεγάλη σκιά έμοιαζε τώρα με έναν αδέξιο γίγαντα που είχε
ξεχάσει το καπέλο του. Αυτό την έκανε να χαμογελάσει λίγο. Ύστερα πλησίασε το παράθυρο. Ο άνεμος κουνούσε τα κλαδιά και η σκιά τους χόρευε πάνω στον τοίχο.
«Δεν είναι χέρια», ψιθύρισε. «Είναι τα κλαδιά του δέντρου!»
Ξαφνικά, ένα δυνατό φύσημα ακούστηκε απ’ έξω. Η κουρτίνα φούσκωσε και μια μεγάλη σκιά απλώθηκε στο ταβάνι. Η Άννα πάγωσε. Από τη σκιά ξεπρόβαλε μια μυτερή μύτη, ένα καπέλο και δύο μακριά, παράξενα αυτιά.
«Μια μάγισσα!» φώναξε και χώθηκε κάτω από το πάπλωμα.
Για λίγα δευτερόλεπτα δεν κουνήθηκε. Ύστερα θυμήθηκε το φαναράκι της, τις κουβέντες της μαμάς και το πείραμα που είχαν συμφωνήσει να κάνουν. Κατέβασε λίγο το πάπλωμα.
«Δεν χρειάζεται να μη φοβάμαι», ψιθύρισε «μπορώ να φοβάμαι και να κοιτάξω».
Σηκώθηκε, πλησίασε το φως και έστρεψε το φαναράκι προς την πόρτα. Η τρομερή μάγισσα έγινε ένα παλτό, ένα κασκόλ κι ένα ξεχασμένο καπέλο. Η Άννα ξέσπασε σε γέλια.
«Αυτό ήταν;»
Η μαμά της εμφανίστηκε στην πόρτα. «Τι ανακάλυψες, μικρό μου αστέρι;»
Η Άννα έτρεξε στην αγκαλιά της. «Ότι οι σκιές μπορούν να μας ξεγελάσουν,αλλά και πάλι φοβήθηκα, μαμά».
«Δεν πειράζει καθόλου. Δεν χρειάζεται να νικάς κάθε φόβο μόνη σου. Μπορείς να ζητάς βοήθεια, να παίρνεις τον χρόνο σου και να προσπαθείς ξανά».
Εκείνο το βράδυ, η Άννα δεν έγινε ένα παιδί που δεν φοβόταν ποτέ. Έγινε ένα παιδί που ήξερε πως ο φόβος δεν χρειάζεται να αποφασίζει για όλα. Πριν κλείσει τα μάτια της, άφησε το φαναράκι στο κομοδίνο της. Το πορτοκαλί φως ζωγράφισε μικρά αστεράκια στον τοίχο και τότε συνέβη κάτι μαγικό. Η σκιά της ντουλάπας έμοιαζε με έναν γίγαντα που
χασμουριόταν. Το παλτό πίσω από την πόρτα έμοιαζε με μια μάγισσα που ετοιμαζόταν να πάει για ύπνο και τα κλαδιά έξω από το παράθυρο χόρευαν έναν αργό, νυσταγμένο χορό. Η Άννα χαμογέλασε παλι.
«Καληνύχτα, σκιές. Αύριο θα παίξουμε ξανά».
Και κοιμήθηκε ήσυχα, γνωρίζοντας πως ακόμη κι αν κάποια νύχτα φοβόταν πάλι θα μπορούσε να ζητήσει ένα χέρι να την κρατήσει. Γιατί η γενναιότητα δεν είναι να μην τρέμουν ποτέ τα γόνατά σου,είναι να βρίσκεις λίγο λίγο τον τρόπο να κάνεις το επόμενο βήμα.
Και μην ξεχνάτε, δεν χρειάζεται να πάψουμε να φοβόμαστε για να είμαστε γενναίοι.
Χρειάζεται να θυμόμαστε πως δεν είμαστε μόνοι με τους φόβους μας.

