Γράφω αυτό το κείμενο γιατί θεωρώ ότι οι εξελίξεις των τελευταίων
ημερών υπερβαίνουν τα όρια της συνήθους πολιτικής
επικαιρότητας. Κατά την εκτίμησή μου, αποτυπώνουν τις πρώτες
ενδείξεις μιας ευρύτερης αναδιάταξης του πολιτικού συστήματος, η
οποία ενδέχεται να επηρεάσει καθοριστικά τους συσχετισμούς των
επόμενων ετών. Με αυτή τη σκέψη, επιχειρώ να προσεγγίσω τη
σημερινή πολιτική συγκυρία.
Είναι κατανοητό ότι η πολιτική ιστορία σπάνια αφήνει κενά. Όταν
ένα κυβερνητικό σχήμα αρχίζει να χάνει μέρος της κοινωνικής και
πολιτικής του επιρροής, συνήθως εμφανίζεται απέναντί του μια
εναλλακτική πολιτική δύναμη που διεκδικεί τον ρόλο του επόμενου
φορέα εξουσίας.
Στην Ελλάδα του 2026, τουλάχιστον μέχρι σήμερα, συμβαίνει κάτι
διαφορετικό. Ενώ η κυβερνητική φθορά είναι ορατή και η κοινωνική
δυσαρέσκεια διευρύνεται ταχύτατα, ο πολιτικός πόλος που θα
μπορούσε να μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε πλειοψηφικό
ρεύμα δεν έχει ακόμη διαμορφωθεί. Αυτή ακριβώς η εκκρεμότητα
βρίσκεται στον πυρήνα των ανακατατάξεων που εξελίσσονται
σήμερα στο πολιτικό σκηνικό.
Η συσσωρευμένη πίεση που ασκεί η ακρίβεια στα νοικοκυριά, το
στεγαστικό αδιέξοδο των νέων ανθρώπων, η στασιμότητα των
εισοδημάτων και η αίσθηση, αν όχι η βεβαιότητα, ότι κρίσιμοι
θεσμοί δεν ανταποκρίνονται πάντα στις προσδοκίες της κοινωνίας
έχουν περιορίσει αισθητά τη δυναμική του κυβερνητικού
αφηγήματος. Η επίκληση της σταθερότητας εξακολουθεί να
αποτελεί σημαντικό πολιτικό κεφάλαιο για τη Νέα Δημοκρατία, δεν
αρκεί όμως από μόνη της για να απαντήσει στις ανησυχίες και τα
αδιέξοδα των πολιτών που αναζητούν οικονομική ασφάλεια και
προοπτική, καλύτερες δημόσιες υπηρεσίες και πιο αποτελεσματική
λειτουργία του κράτους.
Την ίδια στιγμή, η αντιπολίτευση δεν έχει κατορθώσει να
μετατρέψει αυτή τη δυσαρέσκεια σε πειστική κυβερνητική
προοπτική. Η κοινωνική, θα έλεγα λίαν επιεικώς, κόπωση,
εκφράζεται αποσπασματικά, χωρίς ενιαία πολιτική εκπροσώπηση.
Το ΠΑΣΟΚ ενίσχυσε αναμφίβολα την παρουσία του και επανήλθε τα
τελευταία χρόνια ως ένας από τους βασικούς πρωταγωνιστές των
εξελίξεων στον χώρο της ευρύτερης Κεντροαριστεράς. Ωστόσο, η
ανοδική του πορεία δεν συνοδεύτηκε από την αντίστοιχη πολιτική
δυναμική που θα του επέτρεπε να καταστεί ο φυσικός πόλος
συσπείρωσης των προοδευτικών δυνάμεων. Παρά το γεγονός ότι η
κοινωνία αναζητά μια αξιόπιστη εναλλακτική απέναντι στη
σημερινή κυβερνητική κυριαρχία, το ΠΑΣΟΚ δεν έχει ακόμη πείσει,
τουλάχιστον μέχρι σήμερα, ότι μπορεί να εκφράσει ένα ευρύ
κοινωνικό μπλοκ πλειοψηφίας και να ηγηθεί μιας νέας
προοδευτικής προοπτικής εξουσίας.
Ο χώρος που κυριάρχησε την προηγούμενη δεκαετία μέσω του
ΣΥΡΙΖΑ οδηγήθηκε σε πολυδιάσπαση και εν τέλει, σε οργανωτική
αποσύνθεση. Το αποτέλεσμα είναι ένα ευρύ πεδίο πολιτικής
αναζήτησης, στο οποίο διαφορετικές πρωτοβουλίες επιχειρούν
σήμερα να αποκτήσουν ρόλο και επιρροή.
Σε αυτό το περιβάλλον, αποκτά ιδιαίτερη σημασία η νέα πολιτική
πρωτοβουλία του Αλέξη Τσίπρα. Η συζήτηση που προκαλεί δεν
αφορά απλώς την επιστροφή ενός πρώην πρωθυπουργού στην πρώτη
γραμμή. Αφορά κυρίως το ερώτημα εάν μπορεί να συγκροτηθεί εκ
νέου ένας χώρος που θα διεκδικήσει με αξιώσεις την πολιτική
εκπροσώπηση της ευρύτερης Κεντροαριστεράς και του προοδευτικού
κέντρου. Ο πρώην πρωθυπουργός δεν επανέρχεται ως άγνωστος
ούτε ως άφθαρτος. Επανέρχεται, όμως, με εμπειρία εξουσίας, υψηλή
αναγνωρισιμότητα, πολιτικό ένστικτο και δυνατότητα να
συνομιλήσει με ακροατήρια που δεν αισθάνονται ότι
εκπροσωπούνται επαρκώς. Η πρόκληση που έχει όμως μπροστά του
είναι πολύ μεγαλύτερη από την ίδρυση ενός νέου φορέα. Είναι η
διατύπωση μιας αξιόπιστης πρότασης για τη χώρα, ικανής να
συνδέσει την εμπειρία της διακυβέρνησης με τις ανάγκες της νέας
εποχής και να υπερβεί οριστικά τα αδιέξοδα και τις αντιφάσεις που
σημάδεψαν την προηγούμενη περίοδο.
Η Ελλάδα του 2026 δεν αναζητά αναβίωση παλαιών συγκρούσεων
ούτε επιστροφή σε διλήμματα που έχουν εξαντλήσει τον ιστορικό
τους κύκλο. Η δημόσια συζήτηση περιστρέφεται πλέον γύρω από
πολύ συγκεκριμένα ζητήματα, όπως το κόστος ζωής, τη στέγη, τη
δημόσια υγεία, την ποιότητα της εκπαίδευσης, την παραγωγική
ανασυγκρότηση, το δημογραφικό πρόβλημα, την ασφάλεια, τη
λειτουργία της δικαιοσύνης, τις αναπτυξιακές ανισότητες μεταξύ
κέντρου και περιφέρειας και βέβαια τον ρόλο της χώρας στο
ευρύτερο γεωπολιτικό περιβάλλον. Όποιος λοιπόν φιλοδοξεί να
διεκδικήσει τη διακυβέρνηση της χώρας οφείλει να καταθέσει
πειστικές απαντήσεις σε αυτά τα πεδία και να αποδείξει ότι
διαθέτει σχέδιο, ικανή ομάδα και κυβερνητική αξιοπιστία.
Αντίστοιχα κρίσιμα είναι και τα ερωτήματα που αντιμετωπίζει το
ΠΑΣΟΚ. Η σταδιακή ενίσχυση της εκλογικής και πολιτικής του
παρουσίας τα τελευταία χρόνια του επέτρεψε να επανέλθει ως
υπολογίσιμος παράγοντας των εξελίξεων και να επαναφέρει στο
δημόσιο διάλογο, έστω και με μερικές παλινωδίες, στοιχεία ενός
σύγχρονου σοσιαλδημοκρατικού λόγου. Ωστόσο, παραμένει ανοιχτό
το ζήτημα της στρατηγικής του φυσιογνωμίας, της κοινωνικής
συμμαχίας που επιδιώκει να συγκροτήσει και του προγραμματικού
πλαισίου πάνω στο οποίο φιλοδοξεί να διεκδικήσει τη διακυβέρνηση
της χώρας. Πρόκειται βέβαια για μια συζήτηση που υπερβαίνει τα
όρια του ίδιου του κόμματος, καθώς συνδέεται άμεσα με το μέλλον
της ελληνικής Κεντροαριστεράς και με το ερώτημα ποια πολιτική
δύναμη μπορεί να διαμορφώσει έναν αξιόπιστο και πλειοψηφικό
εναλλακτικό πόλο εξουσίας.
Η παρουσία της Μαρίας Καρυστιανού προσθέτει μια διαφορετική
παράμετρο στις εξελίξεις. Η απήχησή της δεν στηρίζεται σε
παραδοσιακές κομματικές ταυτότητες αλλά σε ένα ευρύτερο
κοινωνικό αίτημα για δικαιοσύνη, λογοδοσία και αποκατάσταση
της εμπιστοσύνης στους θεσμούς που προέκυψε από την τραγωδία
των Τεμπών. Πρόκειται για μια δυναμική που διαπερνά οριζόντια
πολιτικούς χώρους και κοινωνικές κατηγορίες, αποτυπώνοντας ένα
υπαρκτό ρεύμα δυσπιστίας απέναντι στο υφιστάμενο πολιτικό
σύστημα. Η διάρκεια και η επιρροή της όμως, θα εξαρτηθούν από το
κατά πόσο ένα ισχυρό συγκινησιακό κοινωνικό μήνυμα μπορεί να
μετασχηματιστεί σε ολοκληρωμένη πολιτική πρόταση.
Παράλληλα, οι συζητήσεις γύρω από ενδεχόμενη πολιτική
πρωτοβουλία του Αντώνη Σαμαρά καταδεικνύουν ότι οι διεργασίες
δεν περιορίζονται στον χώρο της Κεντροαριστεράς. Στο εσωτερικό
της ευρύτερης συντηρητικής παράταξης καταγράφονται
προβληματισμοί για τη φυσιογνωμία της Νέας Δημοκρατίας και για
την εκπροσώπηση τμημάτων του εκλογικού σώματος που θεωρούν
ότι ζητήματα εθνικής ταυτότητας, κοινωνικής συνοχής και
παραδοσιακών αξιών δεν καταλαμβάνουν πλέον τη θέση που θα
επιθυμούσαν στον δημόσιο διάλογο. Ανεξαρτήτως της τελικής
κατάληξης αυτών των συζητήσεων, είναι σαφές ότι επηρεάζουν
τους πολιτικούς συσχετισμούς και προσθέτουν νέα στοιχεία
αβεβαιότητας.
Το πολιτικό σύστημα που διαμορφώθηκε στα χρόνια μετά την
οικονομική κρίση φαίνεται να εισέρχεται στην τελευταία φάση του
κύκλου του. Η κυριαρχία της Νέας Δημοκρατίας δεν στηρίχθηκε
μόνο στις όποιες δικές της επιδόσεις αλλά και στην αδυναμία
διαμόρφωσης μιας εναλλακτικής κυβερνητικής πρότασης.
Σήμερα, η αδυναμία αυτή λειτουργεί ως επιταχυντής εξελίξεων.
Νέες πρωτοβουλίες, νέα πολιτικά εγχειρήματα και νέα κοινωνικά
αιτήματα διεκδικούν χώρο σε ένα περιβάλλον που μεταβάλλεται
ταχύτερα από όσο αποτυπώνουν οι δημοσκοπήσεις. Μέσα από αυτή
τη διαδικασία θα αναδειχθεί ο φορέας που θα μπορέσει να συνδέσει
τις ανάγκες της κοινωνίας με ένα αξιόπιστο σχέδιο διακυβέρνησης.
Τότε θα διαμορφωθεί και η νέα πολιτική πλειοψηφία της χώρας.
*Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες
δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών.Στα «αχαρτογράφητα ύδατα» της νέας πολιτικής εποχής Παναγιωτόπουλος ΓιώργοςΚαθηγητής,Αντιπρύτανης Πανεπιστημίου Πατρών
ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

