ΑρχικήΗλεία-Δυτική ΕλλάδαΠαιδιατρική Κλινική Πύργου: Όταν η αγωνία των γονιών συναντά ένα σύστημα που...

Παιδιατρική Κλινική Πύργου: Όταν η αγωνία των γονιών συναντά ένα σύστημα που έχει πάψει να ακούει

Γράφει η Έλενα Κακολύρη

Υπάρχουν ζητήματα για τα οποία μια κοινωνία δεν έχει το δικαίωμα να συνεχίζει να σιωπά. Και η υγεία των παιδιών είναι ένα από αυτά. Γιατί όταν ένας γονιός περνά την πόρτα μιας παιδιατρικής κλινικής, δεν πηγαίνει για βόλτα, ούτε για μια τυπική υποχρέωση της ημέρας. Πηγαίνει με φόβο, αγωνία και ευθύνη. Πηγαίνει κρατώντας ό,τι πιο πολύτιμο έχει στον κόσμο και περιμένει να βρει απέναντί του ένα περιβάλλον που θα του εμπνεύσει ασφάλεια, σοβαρότητα και εμπιστοσύνη. Τα τελευταία χρόνια, όμως, όλο και περισσότεροι πολίτες εκφράζουν δημόσια απογοήτευση και προβληματισμό για την εικόνα που συναντούν στις δημόσιες υπηρεσίες υγείας και ειδικά σε τόσο ευαίσθητους χώρους όπως οι παιδιατρικές δομές

Η Παιδιατρική Κλινική του Γενικού Νοσοκομείου Πύργου είναι ένα πρώτης τάξης παράδειγμα! Εξυπηρετεί έναν ολόκληρο νομό. Δεν πρόκειται για μια μικρή περιφερειακή υπηρεσία δευτερεύουσας σημασίας. Πρόκειται για μια κρίσιμη δομή υγείας από την οποία εξαρτώνται χιλιάδες οικογένειες. Αλλά σύμφωνα με μαρτυρίες ενώ το νοσηλευτικό προσωπικό λαμβάνει θετικά σχόλια, η κατάσταση με τους γιατρούς σχολιάζεται σχεδόν ως απελπιστική! Αυτό που προκαλεί τη μεγαλύτερη ανησυχία δεν είναι μόνο οι ελλείψεις προσωπικού ή οι γνωστές παθογένειες του ΕΣΥ. Είναι η αίσθηση που δημιουργείται όταν ο πολίτης φεύγει χωρίς να νιώθει ότι αντιμετωπίστηκε με την προσοχή, τη σοβαρότητα και τον σεβασμό που απαιτεί μια τέτοια στιγμή. Γιατί η υγεία δεν είναι μια υπηρεσία όπου ο πολίτης οφείλει να αισθάνεται ότι ενοχλεί. Δεν είναι ένας χώρος όπου κάποιος πρέπει να αισθάνεται ότι του γίνεται χάρη επειδή ζητά βοήθεια. Δεν είναι δυνατόν ο γονιός που βρίσκεται ήδη σε κατάσταση άγχους να φεύγει με περισσότερο εκνευρισμό, περισσότερες απορίες και περισσότερη ανασφάλεια από όση είχε όταν μπήκε.

Κανείς δεν αρνείται ότι το Εθνικό Σύστημα Υγείας αντιμετωπίζει τεράστια προβλήματα. Η υποστελέχωση είναι πραγματική. Οι ελλείψεις είναι πραγματικές. Οι εργαζόμενοι συχνά εργάζονται κάτω από δύσκολες συνθήκες. Όμως κάποια στιγμή πρέπει να ειπωθεί ξεκάθαρα ότι αυτή η πραγματικότητα δεν μπορεί να αποτελεί τη μόνιμη απάντηση για όλα. Δεν μπορεί να αποτελεί την εύκολη ασπίδα πίσω από την οποία εξαφανίζεται κάθε συζήτηση για ευθύνη, συμπεριφορά και ποιότητα υπηρεσιών. Γιατί οι πολίτες δεν ζητούν το αδύνατο. Δεν ζητούν πολυτέλειες. Δεν ζητούν ειδική μεταχείριση. Ζητούν να αισθάνονται ότι βρίσκονται σε ένα σύστημα που λειτουργεί για αυτούς και όχι απέναντί τους.
Και υπάρχει ακόμη ένα ερώτημα που ολοένα ακούγεται πιο συχνά: Ποιός είναι τελικά ο ρόλος ενός νοσοκομείου που καλείται να καλύψει έναν ολόκληρο νομό, αν ολοένα περισσότεροι πολίτες αισθάνονται ότι για σοβαρά ή ακόμη και απλά ζητήματα πρέπει να αναζητούν λύσεις σε άλλες πόλεις; Τότε εύλογα γεννιέται απογοήτευση, θυμός και το αίσθημα ότι υπάρχουν περιοχές και κοινωνίες δύο ταχυτήτων.
Την ίδια στιγμή, από την πολιτική ηγεσία παρουσιάζεται συχνά μια εικόνα προόδου και επιτυχίας. Ο Άδωνις Γεωργιάδης μιλά για βελτιώσεις, μεταρρυθμίσεις και αλλαγές. Όμως οι πολίτες δεν ζουν μέσα στις ανακοινώσεις. Δεν ζουν στις τηλεοπτικές συνεντεύξεις ούτε στα δελτία Τύπου. Ζουν μέσα στα νοσοκομεία. Εκεί κρίνεται αν το σύστημα λειτουργεί. Εκεί κρίνεται αν οι εξαγγελίες έχουν αντίκρισμα. Εκεί φαίνεται αν υπάρχει ουσιαστική φροντίδα ή αν απλώς υπάρχει μια επικοινωνιακή εικόνα που απέχει από την καθημερινότητα.
Και ίσως ήρθε η ώρα να σταματήσουμε να φοβόμαστε ορισμένες λέξεις. Αξιολόγηση. Λογοδοσία. Έλεγχος. Βελτίωση.

Γιατί δεν μπορεί να συνεχίζεται μια κατάσταση όπου τίποτα δεν αλλάζει και κανείς να μην δίνει εξηγήσεις. Χρειάζεται ουσιαστική αξιολόγηση υπηρεσιών, δομών και διαδικασιών. Χρειάζεται να ακούγεται η φωνή του ασθενή και του γονιού. Χρειάζεται οι πολίτες να μπορούν να εκφράζουν παράπονα και εμπειρίες χωρίς να αντιμετωπίζονται περίπου σαν ενοχλητικοί ή υπερβολικοί.
Και ας ειπωθεί και κάτι ακόμη, όσο σκληρό κι αν ακούγεται. Η μονιμότητα δεν μπορεί να λειτουργεί ως ασυλία. Δεν μπορεί να σημαίνει απουσία ευθύνης. Δεν μπορεί να σημαίνει ότι τίποτα δεν αξιολογείται και τίποτα δεν αλλάζει. Η ασφάλεια στην εργασία είναι δικαίωμα. Η αδιαφορία όμως δεν είναι δικαίωμα. Και αν κάποιος θεωρεί ότι δεν μπορεί να ανταποκριθεί στις απαιτήσεις ενός τόσο απαιτητικού και ευαίσθητου χώρου ή δεν επιθυμεί να υπηρετεί με σεβασμό αυτό το λειτούργημα, υπάρχει πάντοτε και η επιλογή της αποχώρησης. Γιατί η υγεία — και ιδιαίτερα η υγεία των παιδιών — δεν είναι χώρος διεκπεραίωσης και επαγγελματικής βολής.
Η κοινωνία δεν ζητά θαύματα. Ζητά τα αυτονόητα. Και ίσως η μεγαλύτερη ήττα δεν είναι τα προβλήματα. Η μεγαλύτερη ήττα είναι να μάθουμε να τα θεωρούμε φυσιολογικά. Γιατί όταν μιλάμε για παιδιά, δεν υπάρχουν δικαιολογίες. Υπάρχει μόνο ευθύνη.