ο πρόβλημα της πολιτικής ζωής του τόπου δεν είναι ότι παράγει συγκρούσεις. Δημοκρατία χωρίς σύγκρουση είναι δημόσιες σχέσεις με κάλπη. Το πρόβλημα είναι ότι η σύγκρουση στην Ελλάδα σπανίως καταλήγει σε απάντηση. Συνήθως καταλήγει σε θόρυβο, σε διαδικαστικά τερτίπια, σε διαρροές, σε αντιδιαρροές και σε έναν ακόμη γύρο κομματικής αυτοδικαίωσης. Η υπόθεση των υποκλοπών επέστρεψε στη Βουλή όχι ως θεσμική κάθαρση, αλλά ως σκηνικό αμοιβαίας καχυποψίας. Ο διοικητής της ΕΥΠ εμφανίζεται να μη γνωρίζει τους λόγους παρακολούθησης του προέδρου του ΠΑΣΟΚ, η διαρροή από κεκλεισμένων των θυρών συνεδρίαση γίνεται νέο θέμα, και η ουσία ξαναχάνεται στο γνωστό ελληνικό υπερθέαμα: ποιος μίλησε, ποιος διέρρευσε, ποιος παρεκτράπη.
Την ίδια ώρα, η ακρίβεια δεν χρειάζεται επιτροπές για να γίνει αντιληπτή. Ο πληθωρισμός στην Ελλάδα εμφανίζεται στο 4,6% τον Απρίλιο, πάνω από την ευρωζώνη, και αυτό δεν είναι απλώς στατιστικό μέγεθος. Είναι η καθημερινή διάψευση κάθε κυβερνητικού ισχυρισμού ότι «τα δύσκολα πέρασαν». Για τον πολίτη, η πολιτική δεν μετριέται με δελτία Τύπου, αλλά με το καλάθι, το ενοίκιο, το ρεύμα, το σούπερ μάρκετ. Όταν η κυβέρνηση μιλά για σταθερότητα και η κοινωνία βιώνει συμπίεση,η απόσταση δεν είναι επικοινωνιακή. Είναι υπαρξιακή.
Στα ελληνοτουρκικά, πάλι, βλέπουμε το γνώριμο ελληνικό άγχος: να μη φανεί η χώρα φοβική, αλλά και να μη φανεί επιπόλαιη. Η τουρκική συζήτηση περί «Γαλάζιας Πατρίδας» και νέου casus belli δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ούτε με κραυγές ούτε με υπνωτικά περί «ήρεμων νερών». Η ψυχραιμία είναι αρετή μόνο όταν συνοδεύεται από ισχύ, προετοιμασία και καθαρή κόκκινη γραμμή. Αλλιώς γίνεται ευγένεια προς τον αναθεωρητισμό.
Και ύστερα ήρθε η μυστηριώδης οσμή στη νότια Αττική. Μικρό θέμα; Καθόλου. Διότι εκεί φαίνεται το κράτος χωρίς τα μεγάλα του λόγια. Όταν επί 48 ώρες δεν μπορεί να εξηγήσει πειστικά τι εισέπνευσαν οι πολίτες, δεν έχουμε απλώς επιχειρησιακό κενό. Έχουμε κρίση εμπιστοσύνης.
Το στίγμα της ημέρας είναι καθαρό: η χώρα δεν κινδυνεύει μόνο από τους αντιπάλους της κυβέρνησης. Κινδυνεύει από τη συσσώρευση ανεξήγητων, αδιευκρίνιστων και ατιμώρητων γεγονότων. Εκεί χτίζεται η πραγματική αντιπολίτευση. Όχι στα κόμματα. Στην κόπωση.
Βήμα-βήμα ανάγνωση της ημερήσιας ατζέντας
Η σημερινή αποδελτίωση δεν δείχνει απλώς μία πολιτική αντιπαράθεση. Δείχνει ένα σύστημα που μπαίνει σε φάση τριπλής πίεσης: θεσμική, γεωπολιτική και κοινωνική.
- Στο κέντρο βρίσκεται η σύγκρουση για τις υποκλοπές και τον ΟΠΕΚΕΠΕ, με τη Βουλή να γίνεται το πεδίο όπου η κυβέρνηση επιδιώκει έλεγχο του κοινοβουλευτικού ρίσκου και η αντιπολίτευση δοκιμάζει αν μπορεί να μετατρέψει τη θεσμική δυσπιστία σε πολιτική δυναμική.
- Το δεύτερο μέτωπο είναι τα ελληνοτουρκικά: η συζήτηση για τη «Γαλάζια Πατρίδα» και το νέο πιθανό casus belli δεν είναι απλή ρητορική έξαρση. Είναι προσπάθεια της Άγκυρας να μεταφέρει τις διεκδικήσεις της από το επίπεδο του δόγματος στο επίπεδο εσωτερικής νομοθετικής κανονικοποίησης.
- Το τρίτο μέτωπο είναι η καθημερινότητα: πληθωρισμός, οφειλές, ακίνητα, δημόσιες υποδομές, ενεργειακό χωροταξικό και η ανεξήγητη οσμή στα νότια προάστια. Εκεί μετριέται η εμπιστοσύνη στο κράτος, όχι στις δηλώσεις.
Η κυβέρνηση εξακολουθεί να διαθέτει πλεονέκτημα διακυβέρνησης επειδή απέναντί της έχει κατακερματισμένο αντίπαλο, αλλά το πλεονέκτημα αυτό φθείρεται από τη θεσμική κόπωση, την αίσθηση ατιμωρησίας και τη γεωπολιτική νευρικότητα. Η αντιπολίτευση έχει υλικό, όχι όμως ακόμη αξιόπιστη αρχιτεκτονική εξουσίας. Η δε δημοσιογραφική εικόνα δείχνει ότι οι εφημερίδες δεν περιγράφουν την ίδια χώρα: άλλες βλέπουν «θεσμική εκτροπή», άλλες «θεσμική απρέπεια Ανδρουλάκη», άλλες «παρακράτος», άλλες «δουλειά μέχρι το 2027». Αυτή η απόκλιση δεν είναι απλώς πολυφωνία. Είναι προειδοποίηση ότι το πολιτικό ακροατήριο έχει διασπαστεί σε παράλληλες πραγματικότητες.
Βήμα 1 – Θεσμικό μέτωπο: υποκλοπές, ΕΥΠ, διαρροές και ΟΠΕΚΕΠΕ
Η κεντρική πολιτική σύγκρουση της ημέρας αφορά την Επιτροπή Θεσμών και Διαφάνειας, την κατάθεση του διοικητή της ΕΥΠ Θεμιστοκλή Δεμίρη, την άρνηση του εισαγγελέα του Αρείου Πάγου Κωνσταντίνου Τζαβέλλα να προσέλθει και τις διαρροές διαλόγων από κεκλεισμένων των θυρών διαδικασία. Η υπόθεση δεν μένει στο επίπεδο ενός επεισοδίου μεταξύ ΠΑΣΟΚ και κυβέρνησης. Μετατρέπεται σε δοκιμή θεσμικής νομιμοποίησης: ποιος ελέγχει την ΕΥΠ, ποιος ελέγχει τον ελεγκτή και τι σημαίνει κοινοβουλευτικός έλεγχος όταν το απόρρητο γίνεται πολιτικό καταφύγιο.
Η Political επιλέγει τίτλο «Θεσμική εκτροπή η διαρροή διαλόγων», μετακινώντας το βάρος από το περιεχόμενο των απαντήσεων Δεμίρη στην παραβίαση της μυστικότητας της διαδικασίας. Το Μανιφέστο το πηγαίνει ακόμη πιο επιθετικά, παρουσιάζοντας τον Ανδρουλάκη ως υπεύθυνο θεσμικού κατήφορου. Αντίθετα, One Voice, Ριζοσπάστης, Εφημερίδα των Συντακτών και Δημοκρατία βλέπουν κυβερνητική μεθόδευση συγκάλυψης. Τα Νέα θέτουν το ζήτημα πιο θεσμικά: το πρόβλημα δεν είναι μόνο η συγκεκριμένη υπόθεση, αλλά το ρήγμα εμπιστοσύνης προς τη Δικαιοσύνη και τους θεσμούς.
Το σημαντικό εδώ είναι ότι η υπόθεση των υποκλοπών επιστρέφει όχι ως παλαιό σκάνδαλο, αλλά ως ενεργό τεστ πολιτικής αντοχής. Η αντιπολίτευση επιχειρεί να μετατρέψει το αίτημα λογοδοσίας σε κοινοβουλευτικό γεγονός, ενώ η κυβέρνηση φαίνεται να προκρίνει την άμυνα μέσω διαδικασιών, αριθμητικών ορίων και θεσμικών ερμηνειών. Το σημείο τριβής των 120 ή 151 ψήφων για εξεταστική επιτροπή είναι πολύ περισσότερο από κανονιστική λεπτομέρεια. Είναι σύμβολο του εάν η μειοψηφία μπορεί να υποχρεώσει την πλειοψηφία σε έλεγχο ή εάν η πλειοψηφία θα ανεβάσει τον πήχη με επίκληση εθνικής ασφάλειας.
Σε επίπεδο κοινού συναισθήματος, η κυρίαρχη αίσθηση είναι δυσπιστία, θυμός και κόπωση. Η γλώσσα των αντιπολιτευόμενων μέσων καλλιεργεί αγανάκτηση για συγκάλυψη. Η γλώσσα των φιλοκυβερνητικών μέσων καλλιεργεί ενόχληση για «εργαλειοποίηση» των θεσμών από το ΠΑΣΟΚ. Η μεγάλη συνέπεια είναι ότι το ΠΑΣΟΚ μπαίνει σε σκληρότερο ρόλο, αλλά ρισκάρει να φανεί μονοθεματικό και αμυντικό. Η κυβέρνηση κρατά την αριθμητική, όμως χάνει σταδιακά το ηθικό πλεονέκτημα της θεσμικής κανονικότητας.
Βήμα 2 – Αναδιάταξη πολιτικού σκηνικού: Τσίπρας, Καρυστιανού, ΠΑΣΟΚ και γκρίζα ζώνη
Η δεύτερη μεγάλη γραμμή της ημέρας είναι η αναμονή των νέων σχημάτων Καρυστιανού και Τσίπρα. Το Ποντίκι μιλά για «ψάρεμα απογοητευμένων», το Μανιφέστο για «αναπαλαίωση» μέσα από τη διάλυση του ΣΥΡΙΖΑ, η Star Press περιγράφει τη στρατηγική της Ν.Δ. απέναντι σε Τσίπρα, Καρυστιανού και αναποφάσιστους, ενώ η Political μεταφέρει την κυβερνητική γραμμή ότι «η αναδιάταξη του πολιτικού σκηνικού δεν μας αφορά».
Στην πραγματικότητα την αφορά και πολύ. Το Μαξίμου δεν φοβάται άμεσα την ενοποίηση αντιπάλου, φοβάται τη δημιουργία πολλών δεξαμενών δυσαρέσκειας που θα απορροφήσουν διαφορετικά κοινά: αντισυστημικούς, συναισθηματικά φορτισμένους ψηφοφόρους των Τεμπών, παλιούς συριζαίους, κεντροαριστερούς που δεν εμπιστεύονται το ΠΑΣΟΚ και δεξιούς απογοητευμένους από την κυβέρνηση. Η ύπαρξη πολλών σχημάτων μπορεί βραχυπρόθεσμα να ευνοεί τη Ν.Δ. λόγω κατακερματισμού. Μακροπρόθεσμα, όμως, αυξάνει το αντισυστημικό υπόστρωμα και δυσκολεύει τη συγκρότηση σταθερής πλειοψηφικής αφήγησης.
Ο Νίκος Ανδρουλάκης βρίσκεται στη δυσκολότερη θέση. Από τη μία έχει το πιο θεσμικά καθαρό πεδίο επίθεσης, λόγω υποκλοπών. Από την άλλη, όσο το πολιτικό σκηνικό γεμίζει με πρόσωπα που υπόσχονται ανατροπή ή συναισθηματική εκπροσώπηση, το ΠΑΣΟΚ κινδυνεύει να μοιάζει με κόμμα διαδικαστικής αντιπολίτευσης. Αν ο Ανδρουλάκης δεν μετατρέψει την υπόθεση των υποκλοπών σε ευρύτερη πρόταση θεσμικής ανασυγκρότησης, θα του μείνει η καταγγελία χωρίς ορίζοντα διακυβέρνησης.
Η Ν.Δ. επιχειρεί να απαντήσει με το τρίπτυχο σταθερότητα, δουλειά, εκλογές το 2027. Είναι σωστή γραμμή για να κλείσει την εκλογολογία, αλλά όχι αρκετή αν η καθημερινότητα επιδεινωθεί ή αν τα θεσμικά θέματα αποκτήσουν αθροιστικό βάρος. Το παιχνίδι της επόμενης περιόδου θα παιχτεί στη γκρίζα ζώνη: όχι στους ήδη πεπεισμένους, αλλά στους κουρασμένους, δύσπιστους, χαμηλής εμπιστοσύνης ψηφοφόρους.
Βήμα 3 – Ελληνοτουρκικά: από τα «ήρεμα νερά» στο νομοθετημένο δόγμα της Άγκυρας
Το ελληνοτουρκικό μέτωπο διαπερνά πολλές εφημερίδες με διαφορετικό ύφος. Το Ποντίκι μιλά για τη στρατηγική σημασία ενός νέου casus belli. Η Εστία επιμένει στην ανάγκη εθνικής εγρήγορσης και καταγράφει παρέμβαση Καραμανλή για τα εθνικά θέματα. Η Δημοκρατία υπογραμμίζει ότι δεν πιστεύει το αφήγημα των «ήρεμων νερών». Ο Ελεύθερος Τύπος προβάλλει τον Νίκο Δένδια, ο οποίος ξεκαθαρίζει ότι δεν συμμερίζεται αφελώς τη λογική των ήρεμων νερών, αλλά προειδοποιεί ταυτόχρονα για τον κίνδυνο «τουρκοκεντρισμού». Η Political εστιάζει στην ευρωπαϊκή «κοντή μνήμη» και στο «μακρύ χέρι» του Ερντογάν.
Η ουσία είναι η εξής: η Τουρκία δεν χρειάζεται κάθε μέρα θερμό επεισόδιο για να παράγει τετελεσμένα. Αρκεί να μεταφέρει σταδιακά τα αναθεωρητικά της δόγματα σε διοικητικά, εκπαιδευτικά, νομοθετικά και διεθνή εργαλεία. Αν το νομοσχέδιο περί «Γαλάζιας Πατρίδας» αποδειχθεί ότι τυποποιεί τουρκικές αξιώσεις για θαλάσσιες ζώνες και χωρικά ύδατα, τότε η Άγκυρα θα έχει μετατρέψει ένα πολιτικό σύνθημα σε εσωτερικό κανόνα αναφοράς.
Η ελληνική διπλωματία κινείται με τη γραμμή «δεν σχολιάζουμε δημοσιεύματα, περιμένουμε κείμενο, η μόνη διαφορά είναι ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα, τα θέματα κυριαρχίας δεν συζητούνται». Αυτή είναι θεσμικά ορθή, αλλά επικοινωνιακά αδύναμη για ένα κοινό που διαβάζει καθημερινά τουρκικές διεκδικήσεις. Εδώ υπάρχει λεπτή ισορροπία: η Αθήνα δεν πρέπει να αντιδρά σε κάθε τουρκικό θόρυβο σαν να είναι επίσημη κρίση, αλλά δεν πρέπει και να αφήνει την Άγκυρα να εκπαιδεύει το διεθνές ακροατήριο σε μια νέα κανονικότητα.
Το πολιτικό υποκείμενο είναι διπλό: κυβέρνηση και ΥΠΕΞ από τη μια, υπουργείο Άμυνας και εθνικοπατριωτικό ακροατήριο από την άλλη. Πιθανή συνέπεια είναι η αύξηση πίεσης προς πιο σκληρή εθνική ρητορική, ιδίως από δεξιά και συντηρητικά μέσα. Το ρίσκο για την κυβέρνηση είναι να κατηγορηθεί είτε για κατευνασμό είτε για υπερβολική τουρκοκεντρική νευρικότητα. Το σωστό σημείο είναι σαφής αποτροπή χωρίς υστερία.
Βήμα 4 – Γάζα, Ισραήλ και ελληνική εξωτερική πολιτική: ανθρωπιστική πίεση και διπλωματική καθυστέρηση
Η υπόθεση του Global Sumud Flotilla και η μεταχείριση των ακτιβιστών από τον ισραηλινό υπουργό Εθνικής Ασφάλειας Ιταμάρ Μπεν Γκβιρ παράγουν ευρύτερο πολιτικό φορτίο. Η Εφημερίδα των Συντακτών μιλά για «ισραηλινή πρόκληση» και «μισό διάβημα» από το ΥΠΕΞ. Η One Voice ζητά να σταματήσουν οι «αθλιότητες Νετανιάχου». Ο Λόγος και η Star Press προβάλλουν τις εικόνες των ακτιβιστών στα γόνατα. Ακόμη και μέσα πιο συγκρατημένα καταγράφουν ότι ο Νετανιάχου αναγκάστηκε να αποδοκιμάσει τον υπουργό του.
Η κυβέρνηση τελικά αντέδρασε με διάβημα και απαίτηση σεβασμού του διεθνούς ανθρωπιστικού δικαίου, αλλά η κριτική αφορά τον χρόνο και την ένταση της αντίδρασης. Το πρόβλημα δεν είναι μόνο ελληνοϊσραηλινό. Είναι δοκιμή ισορροπίας ανάμεσα στη στρατηγική σχέση με το Ισραήλ, την ανθρωπιστική ευαισθησία της ελληνικής κοινής γνώμης και την ανάγκη προστασίας Ελλήνων πολιτών.
Το συναίσθημα που παράγεται είναι οργή και αμηχανία. Η αριστερή και προοδευτική αρθρογραφία το χρησιμοποιεί για να δείξει υποχωρητικότητα της Αθήνας. Τα κεντρώα και φιλοκυβερνητικά μέσα το κρατούν σε επίπεδο διπλωματικής διαχείρισης. Το πολιτικό βάρος θα μεγαλώσει αν υπάρξει νέο περιστατικό ή καθυστέρηση απελευθέρωσης/επαναπατρισμού. Η εξωτερική πολιτική εδώ καλείται να αποδείξει ότι η στρατηγική συμμαχία δεν σημαίνει σιωπή σε προκλητικές συμπεριφορές.
Βήμα 5 – Οικονομία και καθημερινότητα: η πολιτική πίεση μεταφέρεται στο πορτοφόλι και στο ακίνητο
Στα οικονομικά, η ημέρα έχει δύο εικόνες που συγκρούονται. Η μία είναι η εικόνα αγορών και επενδύσεων: ιστορική άντληση κεφαλαίων από τη ΔΕΗ, ισχυρά τραπεζικά αποτελέσματα, επιχειρηματικές κινήσεις, δημόσιο χρέος που υποχωρεί, συζήτηση για νέα ενεργειακή και επενδυτική τροχιά. Η άλλη είναι η εικόνα του πολίτη: πληθωρισμός, οφειλές, πλατφόρμες της ΑΑΔΕ, ΜΙΔΑ για 7,1 εκατομμύρια ακίνητα, φόβος ελέγχων, πλειστηριασμοί, ιδιωτική ετικέτα στα σούπερ μάρκετ ως σύμπτωμα συμπιεσμένου εισοδήματος.
Η Ναυτεμπορική και η Καθημερινή διαβάζουν την οικονομία θεσμικά και επενδυτικά. Η Political δίνει χώρο στο «μαύρο κουτί» των ακινήτων και στις παγίδες για τους ιδιοκτήτες. Η Ηχώ των Δημοπρασιών αναδεικνύει τη διείσδυση των private label στο οργανωμένο λιανεμπόριο, άρα την οικονομική συμπεριφορά των νοικοκυριών. Η Δημοκρατία και το Μακελειό μετατρέπουν την οικονομία σε πεδίο κοινωνικής αγανάκτησης: συντάξεις χηρείας, ανεργία, οφειλέτες, περιουσίες βουλευτών, ακρίβεια.
Το πολιτικό βάρος είναι ότι η κυβέρνηση μπορεί να επικαλείται επενδυτική εμπιστοσύνη, αλλά ο πολίτης μετρά την πραγματικότητα με τιμές, φόρους και λογαριασμούς. Η μακροοικονομική επιτυχία δεν μετατρέπεται αυτόματα σε μικροκοινωνική ασφάλεια. Αν το ΜΙΔΑ παρουσιαστεί ως εργαλείο διαφάνειας, μπορεί να περάσει. Αν βιωθεί ως νέα ψηφιακή μέγγενη, θα γίνει πολιτικό πρόβλημα. Το ίδιο ισχύει για την ΑΑΔΕ: η ψηφιακή δυνατότητα ελέγχου χωρίς αφήγημα δικαιοσύνης παράγει φόβο, όχι εμπιστοσύνη.
Βήμα 6 – Χωροταξικό ΑΠΕ και τουρισμός: η κρυφή πολιτική γραμμή της περιφέρειας
Το νέο χωροταξικό για τις ΑΠΕ εμφανίζεται ως τεχνικό θέμα, αλλά είναι πολιτικός κόμβος. Ο Λόγος, ο Ελεύθερος Τύπος, η Καθημερινή, η Political και η Δημοκρατία το καταγράφουν με έμφαση στους αυστηρότερους όρους για αιολικά και φωτοβολταϊκά, στο φρένο πάνω από τα 1.200 μέτρα, στη φέρουσα ικανότητα των νησιών και στη σχέση με τον τουρισμό. Το θέμα αφορά την ενεργειακή μετάβαση, αλλά ακουμπά τοπικές κοινωνίες, ξενοδόχους, περιβαλλοντικά κινήματα, δήμους, περιφέρειες και επενδυτές.
Το πολιτικό μήνυμα είναι ότι η άναρχη πράσινη μετάβαση τελειώνει ή τουλάχιστον αναζητεί νέους περιορισμούς. Οι ΑΠΕ δεν αντιμετωπίζονται πια ως αυτονόητο δημόσιο καλό, αλλά ως δραστηριότητα που χρειάζεται κοινωνική αποδοχή, χωροταξική λογική και όρια. Αυτό προμηνύει νέες συγκρούσεις σε νησιά, ορεινούς όγκους και τουριστικές περιοχές. Η κυβέρνηση θα επιχειρήσει να εμφανιστεί ως δύναμη ισορροπίας μεταξύ ανάπτυξης και προστασίας. Οι τοπικές αντιδράσεις θα κρίνουν αν αυτό πείθει ή αν θεωρηθεί απλή καθυστερημένη διόρθωση.
Βήμα 7 – Η οσμή στα νότια προάστια: μικρό γεγονός, μεγάλο κράτος άγχους
Η ανεξήγητη οσμή στα νότια προάστια είναι χαρακτηριστικό παράδειγμα πώς ένα περιβαλλοντικό ή τεχνικό συμβάν γίνεται πολιτικό σύμπτωμα. Καθημερινή, Ελεύθερος Τύπος, Εστία και Απογευματινή το αναδεικνύουν από διαφορετικές οπτικές. Ο Ελεύθερος Τύπος μεταφέρει ότι 48 ώρες μετά το μυστήριο παραμένει χωρίς απάντηση και καταγράφει ως πιθανότερο σενάριο βιολογικές διεργασίες στον θαλάσσιο χώρο του Σαρωνικού, με αναφορές στο φαινόμενο upwelling. Η Εστία χρησιμοποιεί το περιστατικό για ένα ευρύτερο σχόλιο πάνω στην κακοποίηση της θαλάσσιας διαδρομής από τον Ισθμό έως το Σούνιο.
Το πολιτικό βάρος δεν είναι αν η οσμή προήλθε από βιολογική διεργασία, υποδομή, πλοίο ή βιομηχανική εγκατάσταση. Είναι ότι οι πολίτες έμειναν χωρίς άμεση πειστική εξήγηση. Στην εποχή των social media, το κενό πληροφόρησης γεμίζει από φόβο, θυμό και συνωμοσιολογία. Η πολιτική προστασία δεν κρίνεται μόνο στην κατάσβεση ή στην εκκένωση. Κρίνεται στην ταχεία, τεκμηριωμένη και αξιόπιστη επικοινωνία αβεβαιότητας. Το κράτος πρέπει να ξέρει να λέει «δεν γνωρίζουμε ακόμη, αλλά ελέγχουμε αυτά, αποκλείσαμε αυτά, επανερχόμαστε τότε». Αλλιώς κάθε μυρωδιά γίνεται τεστ αξιοπιστίας.
Βήμα 8 – Αγροτικό, εργασία, περιφέρεια: υπόγεια κοινωνική κόπωση
Ο Ριζοσπάστης κρατά ψηλά τους απολυμένους της ΛΑΡΚΟ και τους ρετσινάδες-δασεργάτες της βόρειας Εύβοιας, με κάθοδο στην Αθήνα και αίτημα επιβίωσης. Ο Έλληνας Αγρότης αναδεικνύει ζητήματα κόστους, λιπασμάτων, αιγοπροβάτων, παραγωγής και αγροτικής ανασφάλειας. Η υπόθεση ΟΠΕΚΕΠΕ, σε άλλο επίπεδο, μετατρέπει το αγροτικό από διαχειριστικό ζήτημα επιδοτήσεων σε θεσμικό σκάνδαλο.
Εδώ υπάρχει ένα υποτιμημένο πεδίο. Η περιφέρεια δεν αντιδρά πάντα με ενιαία πολιτική φωνή, αλλά συσσωρεύει θυμό. Τοπικές κοινωνίες που νιώθουν εγκατάλειψη, παραγωγικές ομάδες που νιώθουν ότι οι κανόνες αλλάζουν ή δεν τηρούνται, εργαζόμενοι που βιώνουν αποβιομηχάνιση και αγρότες που βλέπουν την ενίσχυση να γίνεται μηχανισμός υποψίας: αυτά δεν εμφανίζονται πάντοτε στις κεντρικές δημοσκοπήσεις, αλλά δημιουργούν εκλογική αστάθεια. Το κόμμα που θα μιλήσει πειστικά για παραγωγική δικαιοσύνη, όχι μόνο για επιδόματα, θα βρει ακροατήριο.
πηγη:

