ΑρχικήΗλεία-Δυτική ΕλλάδαΜια φορά και μια φαντασία: Στις αλάνες των παιδικών μας χρόνων

Μια φορά και μια φαντασία: Στις αλάνες των παιδικών μας χρόνων

Προσθέστε το Protinews.com.gr στις προτιμήσεις σας ακολουθώντας μας στη Google

Add Protinews.com.gr on Google

Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)

Υπάρχει μια αλάνα που δεν τη βρίσκεις σε κανέναν χάρτη. Δεν φαίνεται στο διαδίκτυο, ούτε έχει πινακίδες που να δείχνουν τον δρόμο προς αυτήν. Κρύβεται πίσω από τα χρόνια που πέρασαν, εκεί όπου φυλάσσονται τα γέλια των παιδιών που έτρεχαν ξυπόλητα κάτω από τον καλοκαιρινό ήλιο. Εκεί όπου οι φωνές του κυνηγητού ακόμα αντηχούν ανάμεσα στα δέντρα. Εκεί όπου ένα σχοινάκι συνεχίζει να γυρίζει αόρατο στον αέρα και μια μπάλα περιμένει υπομονετικά να την κλωτσήσει ξανά κάποιο παιδί. Αν μπορούσαμε να ανοίξουμε
την πόρτα αυτού του παράξενου μουσείου, δεν θα βρίσκαμε χρυσά αντικείμενα ούτε πολύτιμα πετράδια. Θα βρίσκαμε έναν βόλο χαμένο στο χώμα. Ένα κουτσό ζωγραφισμένο στο δρόμο με κιμωλία. Μια αυτοσχέδια σφεντόνα. Ένα παλιό σχοινάκι και μια μικρή στοίβα από κεραμίδια έτοιμη για ζορλή. Γιατί κάποτε τα παιχνίδια δεν είχαν οθόνες, είχαν παρέες.
Δεν είχαν κουμπιά, είχαν γόνατα γεμάτα γρατζουνιές. Δεν είχαν μπαταρίες που έπρεπε να φορτιστούν,είχαν φαντασία. Κι ίσως γι’ αυτό, κάθε φορά που θυμόμαστε εκείνες τις αλάνες, η καρδιά μας χαμογελά λίγο περισσότερο,γιατί μέσα τους κρύβεται ένας πολύτιμος θησαυρός που δεν χάθηκε ποτέ,τα αληθινά παιχνίδια των παιδικών μας χρόνων.

Μικρές συμβουλές για:
Γονεις

*Αφιερώστε μία ημέρα την εβδομάδα σε παιχνίδι χωρίς οθόνες.
*Μιλήστε στα παιδιά σας για τα παιχνίδια της δικής σας παιδικής ηλικίας.
*Δείξτε τους πως η διασκέδαση δεν χρειάζεται πάντα χρήματα ή τεχνολογία.

Εκπαιδευτικούς
*Εντάξτε παραδοσιακά παιχνίδια στο διάλειμμα ή σε εκπαιδευτικές δράσεις.
*Δημιουργήστε «ημέρες παλιών παιχνιδιών» στο σχολείο.
*Ενθαρρύνετε τα παιδιά να ρωτήσουν παππούδες και γιαγιάδες τι έπαιζαν όταν ήταν μικροί.

Δραστηριότητα για παιδιά
«Το δικό μου Μουσείο Παιχνιδιών»
Υλικά: Χαρτί ή χαρτόνι,μαρκαδόροι,ψαλίδι,γκλίτερ(αν θέλουν να είναι πιο λαμπερή η ζωγραφιά).
Τα παιδιά ζωγραφίζουν τρία παιχνίδια: 1) Ένα παιχνίδι που παίζουν σήμερα. 2) Ένα παιχνίδι που έπαιζαν οι γονείς τους. 3)Ένα παιχνίδι που έπαιζαν οι παππούδες τους.

Στη συνέχεια φτιάχνουν μια μικρή έκθεση στην τάξη ή στο σπίτι με τίτλο:
«Το Μουσείο των Παιχνιδιών»

Προτάσεις βιβλίων
Παραδοσιακά 100 παιχνίδια – Χρυσάνθη Καραΐσκου

Μέσα στις σελίδες αυτού του βιβλίου παρουσιάζονται 100 επιλεγμένα παραδοσιακά παιδικά παιχνίδια από’ όλη την Ελλάδα.

Να είσαι ο εαυτός σου – Πήτερ Χ Ρέινολντς
Ένα βιβλίο για την ατομικότητα, την επιμονή και την αξία του να μένεις πιστός σ’ αυτό που είσαι!

Το παιδί που ονειρευόταν δράκους – Caryl Lewis
Ένα τρυφερό βιβλίο με ονειρικές εικόνες, ύμνος στη φαντασία, τη φιλία και τη διαφορετικότητα.

Διήγημα
«Η Αλάνα και το Μουσείο των Αναμνήσεων»

paidakia

Η Ελένη και ο Νικόλας ήταν φίλοι και ζούσαν στο ίδιο χωριό. Ένα χωριό μικρό, με πέτρινα σπίτια, ανθισμένες αυλές και δρόμους που μύριζαν γιασεμί τα απογεύματα του Ιουνίου.
Εκείνο το πρωινό, καθώς ο ήλιος χρύσιζε τις στέγες και τα χελιδόνια έσκιζαν τον ουρανό με τα γρήγορα φτερά τους, τα δύο παιδιά αποφάσισαν να εξερευνήσουν το παλιό μονοπάτι πίσω από τον λόφο. Έλεγαν πως κάποτε οδηγούσε σε μια εγκαταλελειμμένη αλάνα,αλλά καθώς περνούσαν τα χρόνια κανείς δεν πήγαινε πια εκεί.
«Λες να βρούμε θησαυρό;» ρώτησε ο Νικόλας.
«Αν βρούμε, θέλω το μισό!» είπε γελώντας η Ελένη.
Περπάτησαν ανάμεσα σε αγριολούλουδα και θάμνους. Ο αέρας κουνούσε τα στάχυα σαν χρυσά κύματα και ξαφνικά κάπου από μακριά ακούστηκε ένα κουδούνι από κοπάδι και τότε είδαν την αλάνα. Ή τουλάχιστον αυτό που είχε απομείνει από αυτήν. Το χορτάρι είχε ψηλώσει, τα δέντρα είχαν μεγαλώσει, όμως στο κέντρο υπήρχε μια ξύλινη πόρτα. Μια πόρτα ολομόναχη χωρίς τοίχους,χωρίς σπίτι χωρίς τίποτα γύρω της. Ήταν απλά μια πόρτα στη μέση του πουθενά. Η Ελένη και ο Νικόλας κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
«Περίεργο…» ψιθύρισε η Ελένη.
Ο Νικόλας,χωρίς να χάσει χρόνο άγγιξε το πόμολο και η πόρτα άνοιξε μόνη της. Πίσω δεν υπήρχε χωράφι. Υπήρχε μόνο ένα μουσείο. Ένα παράξενο μουσείο γεμάτο φως. Στους τοίχους κρέμονταν σχοινάκια. Σε γυάλινες προθήκες υπήρχαν βόλοι. Παλιά τόπια. Ξύλινες σβούρες. Κουτσά ζωγραφισμένα με κιμωλία και κάθε αντικείμενο έλαμπε σαν να έκρυβε μέσα του ένα μικρό αστέρι.
«Πού βρισκόμαστε;» ψιθύρισε ο Νικόλας.
Τότε μια γλυκιά φωνή ακούστηκε πίσω τους, «Στο Μουσείο των Αναμνήσεων.»
Μπροστά τους,είδαν έναν ηλικιωμένο φύλακας. «Εδώ φυλάσσονται όλα τα παιχνίδια που έκαναν κάποτε τα παιδιά ευτυχισμένα.»
Η Ελένη πλησίασε μια προθήκη. Μέσα υπήρχε ένα σχοινάκι. Μόλις το άγγιξε, η αίθουσα γέμισε γέλια. Ξαφνικά είδε κορίτσια να πηδούν το σχοινάκι κάτω από τον ήλιο. Φούστες να ανεμίζουν. Κοτσίδες να χορεύουν. Γέλια να γεμίζουν τον αέρα. Η εικόνα χάθηκε τόσο γρήγορα όσο εμφανίστηκε.
«Ήταν αληθινό;» ρώτησε.
«Οι αναμνήσεις είναι πάντα αληθινές» είπε ο φύλακας.
Ο Νικόλας πλησίασε μια μπάλα. Τη στιγμή που την άγγιξε, βρέθηκε ανάμεσα σε παιδιά που έπαιζαν μήλα. Άκουσε φωνές. Γέλια. Πειράγματα. Είδε πρόσωπα κατακόκκινα από το τρέξιμο κι έπειτα η εικόνα έσβησε. Τα παιδιά προχώρησαν πιο μέσα. Κάθε αίθουσα έκρυβε κι ένα παιχνίδι. Κυνηγητό. Κρυφτό. Βόλους. Σβούρες. Κουτσό. Και τότε έφτασαν σε μια τελευταία αίθουσα. Στο κέντρο υπήρχε μια στοίβα από παλιά κεραμίδια. Δίπλα της μια μπάλα.
Η Ελένη χαμογέλασε «Ζορλή!»
Ο φύλακας γύρισε προς το μέρος της και έγνεψε. «Ένα παιχνίδι που δεν υπάρχει σχεδόν πουθενά πια.»
Τα παιδιά πλησίασαν και τότε οι τοίχοι άρχισαν να χάνονται. Το μουσείο εξαφανίστηκε και ξαφνικά βρέθηκαν σε μια αλάνα γεμάτη παιδιά. Παιδιά από άλλες εποχές. Παιδιά με κοντά παντελόνια. Με ποδιές. Με ξυπόλητα πόδια. Όλα γελούσαν. Όλα έπαιζαν μαζί. Κανείς δεν κοιτούσε το ρολόι,γιατί δεν υπήρχε ρολόι. Κανείς δεν κρατούσε κινητό,γιατί δεν υπήρχαν κινητά, υπήρχε μόνο παιχνίδι. Μόνο φαντασία. Μόνο χαρά.
Η Ελένη ένιωσε την καρδιά της να γεμίζει από χαρά.
«Ήταν πιο ευτυχισμένα τότε;» ρώτησε.
Ο φύλακας χαμογέλασε «Όχι απαραίτητα,απλώς ήξεραν να βρίσκουν τη χαρά στα μικρά πράγματα.»
Τα παιδιά έμειναν σιωπηλά και κοίταζαν γύρω τους. Άκουγαν τα γέλια. Έβλεπαν τη σκόνη που σηκωνόταν από το χώμα. Τις παρέες. Τις αγκαλιές. Την ανεμελιά και τότε κατάλαβαν ότι ο θησαυρός δεν ήταν τα παιχνίδια, ούτε οι αναμνήσεις, ήταν οι άνθρωποι που τα μοιράζονταν.
Ο φύλακας τους οδήγησε προς την έξοδο. Πριν φύγουν, τους έδωσε ένα μικρό κουτί.
«Τι είναι;» ρώτησε ο Νικόλας.
«Ένα κομμάτι του μουσείο» απάντησε ο φύλακας.
Όταν το άνοιξαν, βρήκαν έναν καθρέφτη. Η Ελένη απόρησε.
«Μα είναι απλά ένας καθρέφτης.»
«Όχι,» είπε ο φύλακας. «Σας δείχνει το πιο πολύτιμο έκθεμα.»
Τα παιδιά κοίταξαν μέσα και είδαν τα χαμογελαστά πρόσωπά τους.
«Η παιδική καρδιά είναι ο μεγαλύτερος θησαυρός που υπάρχει. Να μην την αφήσετε ποτέ να γίνει έκθεμα», είπε ο φύλακας.
Όταν βγήκαν από την πόρτα, το μουσείο είχε εξαφανιστεί. Η αλάνα ήταν ξανά ήσυχη ,όμως κάτι είχε αλλάξει μέσα τους. Η Ελένη πήρε μια πέτρα. Ο Νικόλας έφερε μια μπάλα και λίγο αργότερα η παλιά αλάνα γέμισε ξανά παιδικές φωνές.
Και μην ξεχνάτε,τα πιο πολύτιμα παιχνίδια δεν ήταν ποτέ εκείνα που αγοράσαμε. Ήταν εκείνα που μοιραστήκαμε,γιατί η αληθινή παιδική ηλικία δεν κρύβεται στα αντικείμενα.
Κρύβεται στα γέλια, στις φιλίες, στις στιγμές και στις αναμνήσεις που κρατάμε στην καρδιά μας για πάντα.