«Δεν χρειάζεται να χάνω τον εαυτό μου για να μη χάσω τους άλλους. Γιατί το να σέβομαι τους άλλους δεν σημαίνει ότι πρέπει να πάψω να σέβομαι εμένα».
Της Κυρατζή Χριστίνας
Ψυχολόγος – Ψυχοθεραπεύτρια
MSc Βιοϊατρικών Επιστημών
Με αφετηρία τη φιλοσοφική σκέψη του Ιμάνουελ Καντ: «Μπορώ, γιατί θέλω αυτό που πρέπει».
Μια φράση που αποδίδεται στον Ιμάνουελ Καντ και μας προσκαλεί να αναλογιστούμε τη βαθύτερη σχέση ανάμεσα στην επιθυμία, την ελεύθερη βούληση και την προσωπική ευθύνη.
Τι συμβαίνει, όμως, όταν το «πρέπει» γίνεται ισχυρότερο από το «θέλω»; Όταν οι προσδοκίες των άλλων καθορίζουν τις επιλογές μας; Όταν η ανάγκη να είμαστε αποδεκτοί μάς οδηγεί να παραμερίζουμε τις δικές μας ανάγκες;
Στην ψυχολογία, αυτή η εσωτερική σύγκρουση συνδέεται συχνά με τη δυσκολία της οριοθέτησης.
Ίσως, λοιπόν, το πραγματικό ερώτημα να μην είναι αν μπορούμε να ανταποκριθούμε σε όλα όσα πρέπει, αλλά αν έχουμε μάθει να ξεχωρίζουμε ποια από αυτά αξίζει πραγματικά να υπηρετούμε.
«Η προσωπική ελευθερία αρχίζει όταν το «πρέπει» παύει να είναι μια επιβολή και γίνεται συνειδητή επιλογή, η οριοθέτηση είναι μία από τις σημαντικότερες εκφράσεις αυτής της ελευθερίας».
Υπάρχουν δύο λέξεις που συχνά καθορίζουν τη ζωή μας: το «Θέλω» και το «Πρέπει».
Το «Θέλω» συνδέεται με την επιθυμία, την ανάγκη, την προσωπική μας επιθυμία να ζήσουμε, να επιλέξουμε, να διεκδικήσουμε. Το «Πρέπει», από την άλλη, συνδέεται με την ευθύνη, τις αξίες, τις κοινωνικές προσδοκίες, τους κανόνες, αλλά και με εκείνες τις εσωτερικές εντολές που έχουμε μάθει να υπακούμε χωρίς πάντα να τις αμφισβητούμε.
Ας αναλογιστούμε πόσες φορές έχουμε πει:
«Πρέπει να είμαι δυνατός».
«Πρέπει να τους ικανοποιώ όλους».
«Πρέπει να αντέχω».
«Πρέπει να μη δυσαρεστώ κανέναν».
«Πρέπει να είμαι πάντα διαθέσιμος».
Και πόσες φορές, μέσα σε όλα αυτά τα «Πρέπει», έχουμε ξεχάσει να αναρωτηθούμε τι πραγματικά θέλουμε;
Στην ψυχολογία, δεν έχουν όλα τα «Πρέπει» την ίδια προέλευση. Υπάρχουν τα λειτουργικά «Πρέπει», εκείνα που απορρέουν από τις αξίες μας και μας βοηθούν να οργανώνουμε τη ζωή μας. Υπάρχουν, όμως, και τα άκαμπτα, εσωτερικευμένα «Πρέπει», τα οποία συχνά αποτελούν προϊόντα ανατροφής, οικογενειακών προσδοκιών, κοινωνικών στερεοτύπων και φόβου απόρριψης.
«Πρέπει να είμαι καλός για να με αγαπούν».
«Πρέπει να μην πω όχι για να μη στενοχωρήσω τους άλλους».
«Πρέπει να συγχωρώ, ακόμη κι όταν πληγώνομαι».
«Πρέπει να αναλαμβάνω τις ευθύνες όλων».
Κάτι σας θυμίζει; Αν ναι κάτι χρήζει να οριοθετήσετε. Όταν αυτά τα εσωτερικά σχήματα κυριαρχούν, το άτομο αρχίζει να λειτουργεί περισσότερο σύμφωνα με τις προσδοκίες των άλλων και λιγότερο σύμφωνα με τις προσωπικές του ανάγκες. Έτσι δημιουργείται μια εσωτερική σύγκρουση: από τη μία πλευρά η ανάγκη να είμαστε αποδεκτοί και από την άλλη η ανάγκη να είμαστε ο εαυτός μας. Ας μην γίνει το «Πρέπει» ¨ψυχολογική φυλακή¨ .
Η οριοθέτηση είναι πράξη αυτοσεβασμού. Μπορεί κανείς να θέτει τα όριά του και ταυτόχρονα να παραμένει ευγενικός. Τα όρια δεν είναι τιμωρία. Δεν είναι απόρριψη. Δεν είναι εγωισμός. Είναι η ψυχολογική αναγνώριση ότι υπάρχω ως ξεχωριστό πρόσωπο, με δικές μου ανάγκες, συναισθήματα, επιθυμίες, αντοχές και δικαιώματα.
Οριοθετώ, σημαίνει γνωρίζω πού τελειώνω εγώ και πού αρχίζει ο άλλος, σημαίνει ότι μπορώ να αγαπώ χωρίς να εξαντλούμαι, να προσφέρω χωρίς να ακυρώνομαι, να ενδιαφέρομαι χωρίς να αναλαμβάνω την ευθύνη για τη ζωή όλων. Σημαίνει ότι μπορώ να πω:
- Δεν μπορώ να αναλάβω κάτι επιπλέον αυτή τη στιγμή.
- Δεν συμφωνώ μαζί σου, αλλά σέβομαι τη διαφορετική σου άποψη.
- Δεν αποδέχομαι αυτόν τον τρόπο συμπεριφοράς.
- Χρειάζομαι χρόνο και χώρο για τον εαυτό μου.
- Το γεγονός ότι μπορείς να μου ζητήσεις κάτι δεν σημαίνει ότι είμαι υποχρεωμένος να το κάνω.
Η οριοθέτηση δεν προϋποθέτει ότι ο άλλος θα συμφωνήσει με τα όριά μας. Προϋποθέτει ότι εμείς θα αναγνωρίσουμε το δικαίωμά μας να τα έχουμε και θα τα διατηρήσουμε με συνέπεια. Το όριο δεν είναι ένας τοίχος που χτίζουμε για να αποκλείσουμε τους ανθρώπους. Είναι μια σαφής γραμμή που προστατεύει την προσωπικότητά μας και καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε να σχετιζόμαστε.
Πολλοί άνθρωποι όμως γνωρίζουν τι δεν θέλουν, αλλά δυσκολεύονται να το εκφράσουν. Όχι επειδή δεν έχουν άποψη, αλλά επειδή φοβούνται τις συνέπειες της έκφρασής της. Φοβούνται ότι θα χαρακτηριστούν εγωιστές, αχάριστοι, δύσκολοι ή αδιάφοροι. Φοβούνται ότι θα απογοητεύσουν, ότι θα χάσουν την αγάπη των άλλων ή ότι θα δημιουργήσουν συγκρούσεις. Έτσι, το «ναι» γίνεται ένας τρόπος διατήρησης της σχέσης, ακόμη κι όταν προϋποθέτει την εγκατάλειψη του εαυτού.
Εδώ συναντάμε ένα σημαντικό ψυχολογικό παράδοξο: προσπαθώντας να μη δυσαρεστήσουμε κανέναν, καταλήγουμε συχνά να δυσαρεστούμε διαρκώς τον ίδιο μας τον εαυτό.
Στη συναλλακτική ανάλυση, ένας από τους βασικούς εσωτερικούς «οδηγούς» είναι η ανάγκη να ικανοποιούμε τους πάντες. Όποιος έχει υιοθετήσει, συχνά ακούσια, αυτό το μοτίβο βρίσκεται αντιμέτωπος με μια άλυτη εξίσωση, γιατί «οι πάντες» περιλαμβάνουν και τον ίδιο. Και όταν προσπαθείς να ικανοποιήσεις τους πάντες, συχνά βάζεις τον εαυτό σου τελευταίο, ενώ μερικές φορές τον ξεχνάς εντελώς. Έτσι καταλήγεις να μην ικανοποιείς τουλάχιστον έναν άνθρωπο: τον εαυτό σου. Και τότε εμφανίζονται η συναισθηματική κόπωση, η συσσωρευμένη δυσαρέσκεια, ο θυμός, οι ενοχές και η αίσθηση ότι οι άλλοι μάς θεωρούν δεδομένους.
Η δυσκολία στην οριοθέτηση δεν σημαίνει έλλειψη δύναμης. Συχνά σημαίνει ότι έχουμε μάθει να συνδέουμε την αποδοχή με την υποχώρηση.
Χρειάζεται, λοιπόν, να κατανοήσουμε ότι η ενοχή δεν αποτελεί πάντοτε ένδειξη πως έχουμε πράξει κάτι λανθασμένο. Μερικές φορές είναι απλώς το συναίσθημα που συνοδεύει την αλλαγή ενός παλιού, δυσλειτουργικού τρόπου συμπεριφοράς.
Το «πρέπει» να σέβομαι και τον εαυτό μου
Εδώ η φιλοσοφική σκέψη του Καντ αποκτά μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ψυχολογική διάσταση. Για τον Καντ, η αυτονομία δεν σημαίνει ότι κάνω ό,τι επιθυμώ, αλλά ότι μπορώ να καθορίζω τη στάση μου με βάση τη λογική και αρχές που αναγνωρίζω συνειδητά.
Ο άνθρωπος δεν είναι πραγματικά ελεύθερος όταν απλώς ακολουθεί κάθε επιθυμία ή εξωτερική απαίτηση. Η ηθική ελευθερία συνδέεται με τη δυνατότητα να σκέφτεται, να κρίνει και να επιλέγει υπεύθυνα.
Αν μεταφέρουμε αυτή τη σκέψη στο πεδίο της προσωπικής ανάπτυξης, μπορούμε να αναρωτηθούμε:
Μήπως η πραγματική ελευθερία δεν βρίσκεται στο να απαλλαγώ από κάθε «πρέπει», αλλά στο να επιλέξω ποια «πρέπει» αξίζει να υπηρετώ;
- Να επιλέξω ότι πρέπει να σέβομαι τον άλλον, αλλά και τον εαυτό μου.
- Ότι πρέπει να είμαι συνεπής, αλλά όχι εις βάρος της ψυχικής μου ισορροπίας.
- Ότι πρέπει να αγαπώ, αλλά όχι να ανέχομαι την κακομεταχείριση.
- Ότι πρέπει να προσφέρω, αλλά όχι να εξαντλούμαι για να αποδεικνύω την αξία μου.
- Ότι πρέπει να αναλαμβάνω τις ευθύνες μου, αλλά όχι και εκείνες που ανήκουν στους άλλους.
- Η προσωπική ευθύνη περιλαμβάνει και την ευθύνη απέναντι στον ίδιο μας τον εαυτό.
Ένα από τα πιο δύσκολα σημεία της οριοθέτησης είναι η αντίδραση των άλλων. Όταν κάποιος έχει συνηθίσει να μας βρίσκει πάντα διαθέσιμους, μπορεί να δυσκολευτεί να αποδεχτεί την αλλαγή μας. Μπορεί να αντιδράσει, να θυμώσει ή να μας κάνει να αισθανθούμε ενοχές. Ωστόσο, η δυσαρέσκεια του άλλου δεν αποτελεί από μόνη της απόδειξη ότι κάναμε κάτι λάθος.
Μια υγιής σχέση μπορεί να αντέξει τη διαφορετικότητα, τη διαφωνία, την προσωπική αυτονομία και το «όχι».
Αντίθετα, μια σχέση που απαιτεί διαρκώς την υποχώρησή μας για να διατηρηθεί, χρειάζεται επαναξιολόγηση.
Τα όρια δεν είναι ένας τρόπος να ελέγχουμε τους άλλους. Είναι ένας τρόπος να καθορίζουμε πώς επιτρέπουμε να σχετίζονται μαζί μας και τι θα κάνουμε όταν μια συμπεριφορά παραβιάζει τις ανάγκες και τις αξίες μας. Η οριοθέτηση δεν σημαίνει ότι ο άλλος οφείλει να συμφωνεί με κάθε απόφασή μας. Σημαίνει ότι μπορούμε να διατηρούμε τη θέση μας με σεβασμό, χωρίς να εγκαταλείπουμε τον εαυτό μας για να αποφύγουμε τη δυσαρέσκειά του.
Η ουσιαστική αλλαγή αρχίζει όταν σταματάμε να αναζητούμε διαρκώς την εξωτερική επιβεβαίωση. Όταν κατανοούμε ότι δεν είναι δυνατόν να είμαστε αρεστοί σε όλους, ότι η διαφωνία δεν ισοδυναμεί με απόρριψη και ότι η ενοχή δεν σημαίνει απαραίτητα πως έχουμε πράξει κάτι κακό. Χρειάζεται να μάθουμε να αντέχουμε τη δυσφορία που μπορεί να συνοδεύει ένα όριο. Να αποδεχόμαστε ότι κάποιος μπορεί να απογοητευτεί από την απόφασή μας, χωρίς να αισθανόμαστε υποχρεωμένοι να την ανακαλέσουμε. Να κατανοήσουμε ότι η αγάπη δεν απαιτεί αυτοθυσία χωρίς όρια και ότι η καλοσύνη δεν προϋποθέτει την απουσία προσωπικών αναγκών.
Η οριοθέτηση είναι μια διαδικασία ωρίμανσης. Δεν γίνεται από τη μία ημέρα στην άλλη. Απαιτεί αυτογνωσία, εξάσκηση, συνέπεια και, πολλές φορές, επαναδιαπραγμάτευση των σχέσεων που έχουμε δημιουργήσει.
Δεν σημαίνει ότι παύουμε να νοιαζόμαστε για τους άλλους. Σημαίνει ότι μαθαίνουμε να συμπεριλαμβάνουμε και τον εαυτό μας στη φροντίδα που προσφέρουμε.
Ίσως τελικά το ζητούμενο δεν είναι να ζήσουμε χωρίς «πρέπει». Είναι να πάψουμε να ζούμε υποταγμένοι σε «πρέπει» που δεν επιλέξαμε ποτέ. Να ξεχωρίσουμε την ευθύνη από την ενοχή, την αγάπη από την εξάρτηση, την προσφορά από την αυτοεγκατάλειψη και τον σεβασμό από την άνευ όρων υποχώρηση. Να καταλάβουμε ότι το να θέτουμε όρια δεν σημαίνει ότι αγαπάμε λιγότερο τους άλλους. Σημαίνει ότι αρχίζουμε να συμπεριλαμβάνουμε και τον εαυτό μας σε αυτή την αγάπη. Και ίσως εκεί βρίσκεται η βαθύτερη σύνδεση της ελευθερίας με την προσωπική ευθύνη:
Μπορώ να πω όχι, γιατί αναγνωρίζω τι οφείλω στον εαυτό μου.
Μπορώ να επιλέξω, γιατί δεν χρειάζεται πια να ζω σύμφωνα με τις προσδοκίες όλων.
Μπορώ να αγαπώ, χωρίς να χάνω τον εαυτό μου.
Γιατί η ωριμότητα δεν είναι να κάνουμε όλα όσα πρέπει για όλους. Είναι να γνωρίζουμε ποια είναι τα πραγματικά μας «πρέπει» και να έχουμε το θάρρος να τα υπηρετούμε. Και τελικά, η οριοθέτηση δεν είναι εγωισμός. Είναι αυτοσεβασμός.
Μπορώ να βάζω όρια, χωρίς να αισθάνομαι ενοχές. Μπορώ να σέβομαι τους άλλους, χωρίς να ακυρώνω τον εαυτό μου.

