Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)

Μια φορά κι έναν καιρό, όταν τα φύλλα ντύνονταν στα χρώματα του χαλκού και του χρυσού, όταν ο ουρανός γέμιζε σύννεφα και οι πρώτες σταγόνες της βροχής χτυπούσαν απαλά τα παράθυρα, ο φθινοπωρινός άνεμος ξεκινούσε το μεγάλο του ταξίδι. Περνούσε μέσα από δάση, ανακάτευε τα φύλλα των δέντρων, στροβίλιζε τα πεσμένα φυλλαράκια στους δρόμους και τρύπωνε στις αυλές των σπιτιών. Άλλοτε σφύριζε χαρούμενα, άλλοτε θύμωνε και χτυπούσε τα παντζούρια κι άλλοτε φυσούσε τόσο σιγά, που έμοιαζε να ψιθυρίζει ιστορίες φερμένες από έναν μακρινό κόσμο. Κανείς, όμως, δεν γνώριζε το μεγάλο του μυστικό. Ο άνεμος δεν ταξίδευε μοναχά για να σκορπίζει τα φύλλα. Είχε τη δύναμη να ακούει τις λέξεις που οι άνθρωποι κρατούσαν μέσα τους και δεν τολμούσαν να πουν.
Άκουγε το «συγνώμη» που έμενε φυλακισμένο πίσω από έναν θυμό, το «σ’ αγαπώ» που ντρεπόταν να βγει από τα χείλη, το «μου έλειψες» που κρυβόταν πίσω από την περηφάνια και το «σε χρειάζομαι» που
έμενε σιωπηλό από φόβο μήπως κάποιος το θεωρήσει αδυναμία. Και τότε, σαν άτακτος συλλέκτης, άπλωνε τα αόρατα χέρια του και τις έπαιρνε μαζί του. Τις έκρυβε μέσα στα σύννεφα, τις έδενε στις ουρές των χαρταετών και τις κουβαλούσε στις κορυφές των βουνών.
Οι άνθρωποι συνέχιζαν να μιλούν. Έλεγαν για τον καιρό, για τη δουλειά, για τα καθημερινά τους βάσανα, μα οι λέξεις που μπορούσαν να τους φέρουν πιο κοντά είχαν αρχίσει να χάνονται. Κι όσο ο άνεμος γέμιζε τις τσέπες του με ανείπωτες κουβέντες, τόσο οι καρδιές των ανθρώπων γίνονταν πιο σιωπηλές.
Μικρές συμβουλές για:
Γονείς
- Δώστε όνομα στα συναισθήματα. Όταν το παιδί θυμώνει ή στενοχωριέται, βοηθήστε το να αναγνωρίσει αυτό που νιώθει.
- Ακούστε πριν συμβουλεύσετε. Μερικές φορές τα παιδιά δεν αναζητούν λύση, αλλά κάποιον που θα τα ακούσει χωρίς να τα διακόπτει.
- Ζητήστε κι εσείς συγγνώμη. Όταν κάνετε λάθος, αναγνωρίστε το. Το παιδί μαθαίνει έτσι πως η συγγνώμη δεν μειώνει την αξία μας.
Εκπαιδευτικούς
- Δημιουργήστε μια τάξη όπου κάθε παιδί ακούγεται. Δώστε χρόνο σε όλα τα παιδιά να εκφραστούν, χωρίς ειρωνεία, διακοπές ή βιαστικές κρίσεις.
- Διδάξτε τις λέξεις που βοηθούν στην επίλυση συγκρούσεων. Αντί για το «Εσύ φταις!», δοκιμάστε μαζί με τα παιδιά το «Δεν μου άρεσε όταν» ή το «Θα ήθελα να». Έτσι εξασκούνται στην έκφραση των αναγκών τους χωρίς επιθετικότητα.
Κατασκευή:
Το δέντρο των ανείπωτων λέξεων
Υλικά: Ένα μεγάλο χαρτόνι ή χαρτί του μέτρου. Χρωματιστά χαρτιά σε φθινοπωρινές αποχρώσεις. Ψαλίδι, κόλλα και μαρκαδόρους. Μικρά χαρτάκια σε σχήμα φύλλου.
Προαιρετικά, κορδέλες και αποξηραμένα φύλλα.
Πώς θα το φτιάξετε: Σχεδιάστε έναν μεγάλο κορμό δέντρου και κλαδιά πάνω στο χαρτόνι. Κόψτε χρωματιστά φύλλα σε αποχρώσεις του κίτρινου, του κόκκινου, του πορτοκαλί και του καφέ. Σε κάθε φύλλο γράφουμε μια λέξη που μας φέρνει πιο κοντά στους άλλους: «ευχαριστώ», «συγγνώμη», «σ’ αγαπώ», «σε ακούω», «θέλεις να παίξουμε;», «χρειάζομαι βοήθεια». Κολλάτε τα φύλλα στα κλαδιά και δίνετε στο δέντρο ένα όνομα.
Προτάσεις βιβλίων
Συγνωμη που θύμωσα- Kyle Lukoff
Η ιστορία υπενθυμίζει στα παιδιά και στους μεγάλους,ότι κάποιες φορές η συγνώμη, αν και είναι δύσκολο να ειπωθεί, ανοίγει τον δρόμο για τη συμφιλίωση και μας επιτρέπει να επανορθώσουμε συνειδητά τόσο στα λόγια όσο και στην πράξη.
Μπορώ να βοηθήσω; – ΤΣΑΚΥΡΑΚΗ ΘΕΑΝΩ
Νίκησε τους φόβους σου – ΧΑΣΟΝ ΤΖΙΛ
Το βιβλίο, δίνει συμβουλές ώστε τα παιδιά να μάθουν να διαχειρίζονται συναισθήματα και καταστάσεις που μπορεί να τους δυσκολεύουν.
Διήγημα
Ο άνεμος των λέξεων
Στην άκρη ενός μεγάλου δάσους υπήρχε κάποτε ένα χωριό. Ήταν ένα όμορφο μέρος με μικρά πέτρινα σπίτια, καμινάδες που κάπνιζαν τα κρύα πρωινά και έναν παλιό πλάτανο στην πλατεία. Κάθε φθινόπωρο, ο άνεμος κατέβαινε από το βουνό και χόρευε στους δρόμους.
Ανασήκωνε τις στέγες των φύλλων, χτυπούσε τα παράθυρα και σφύριζε μέσα στις καμινάδες.
Οι κάτοικοι, όμως, δεν γνώριζαν πως ο άνεμος έκρυβε ένα παράξενο χάρισμα. Μπορούσε να ακούει τις λέξεις που οι άνθρωποι σκέφτονταν, αλλά δεν έλεγαν ποτέ.
Μια μέρα, άκουσε έναν πατέρα να θέλει να πει στην κόρη του πως ήταν περήφανος γι’ αυτήν, αλλά να σωπαίνει από φόβο μήπως φανεί υπερβολικά τρυφερός. Ο άνεμος άρπαξε τη λέξη περήφανος και την έκρυψε μέσα σε ένα σύννεφο. Λίγο αργότερα, άκουσε δύο αδελφές
που είχαν μαλώσει. Η μία ήθελε να ζητήσει συγνώμη, μα περίμενε να κάνει την αρχή η άλλη.
Ο άνεμος πήρε το συγγνώμη και το έκρυψε πίσω από το βουνό. Το ίδιο συνέβη με το σ’ αγαπώ, το μου έλειψες, το φοβάμαι και το χρειάζομαι βοήθεια.
Μέρα με τη μέρα, οι άνθρωποι του χωριού άρχισαν να απομακρύνονται. Δεν καταλάβαιναν τι είχε συμβεί. Μιλούσαν περισσότερο για τα καθημερινά τους και λιγότερο για όσα είχαν πραγματικά στην καρδιά τους. Μόνο ένα κορίτσι, η μικρή Ελπίδα, παρατήρησε πως κάτι
έλειπε σε αυτό το χωριό. Η μητέρα της την αγκάλιαζε κάθε βράδυ, αλλά είχε καιρό να της πει σ’ αγαπώ. Ο καλύτερός της φίλος, ο Νικόλας, την απέφευγε μετά από έναν καβγά και ο παππούς της καθόταν πολλές ώρες δίπλα στο παράθυρο, κοιτάζοντας τον δρόμο, χωρίς να της λέει πόσο του άρεσε όταν εκείνη του διάβαζε ιστορίες.
«Πού πήγαν όλες οι όμορφες λέξεις;» αναρωτήθηκε και άνοιξε το παράθυρο φωνάζοντας
στον άνεμο, «Ξέρω πως τις έχεις εσύ!»
Ο άνεμος σταμάτησε για μια στιγμή τη διαδρομή του. Κανείς δεν είχε καταλάβει ποτέ το μυστικό του.
«Και τι θα τις κάνεις;» σφύριξε μέσα από τα κλαδιά.
«Θα τις επιστρέψω!» απάντησε η μικρή Ελπίδα.
«Οι άνθρωποι δεν τις είπαν όταν έπρεπε,τις έκρυψαν,γιατί να τους τις δώσω τώρα;» ρώτησε
ο άνεμος. «Ας μάθουν να ζουν με τη σιωπή τους».
Η Ελπίδα φόρεσε το κίτρινο αδιάβροχο της και βγήκε στην πλατεία. Εκεί ο άνεμος ήταν πιο δυνατός, αλλά το μικρό κοριτσάκι δεν φοβήθηκε και ακολούθησε τον άνεμο. Τα φύλλα στριφογύριζαν γύρω της σαν μικρά πουλιά.
«Μπορεί να φοβήθηκαν», είπε. «Μπορεί να ντράπηκαν ή να θύμωσαν, αλλά αυτό δεν σημαίνει πως δεν αγαπούν ο ένας τον άλλον» φώναξε καθώς τον ακολουθούσε.
Ο άνεμος, όμως, δεν της απάντησε και συνέχισε το ταξίδι του.
«Κι εσύ;» συνέχισε το κορίτσι. «Δεν έχεις κρατήσει ποτέ μια λέξη μέσα σου;» είπε και σταμάτησε λαχανιασμένη.
Για πρώτη φορά ο άνεμος σώπασε εντελώς. Είχε κι εκείνος μια λέξη που δεν είχε πει ποτέ.
Πριν από πολλά χρόνια, όταν ήταν ακόμη ένα μικρό αεράκι, είχε παρασύρει μακριά από τη φωλιά του ένα νεαρό πουλί. Από τότε φυσούσε όλο και πιο δυνατά, λες και προσπαθούσε να καλύψει με τον θόρυβο του εκείνη την παλιά λύπη.
Η λέξη του ήταν η συγνώμη.
«Δεν ξέρω πώς να τις επιστρέψω», ψιθύρισε τελικά στο μικρό κοριτσάκι.
Η Ελπίδα άνοιξε τις παλάμες της «Δεν χρειάζεται να τις επιστρέψεις όλες μαζί. Άρχισε με μία. Μία λέξη κάθε φορά».
Ο άνεμος κοίταξε το κορίτσι. Ύστερα φύσηξε απαλά και από ένα σύννεφο έπεσε ένα μικρό, χρυσαφένιο φύλλο. Πάνω του ήταν γραμμένη η λέξη συγνώμη.
Η Ελπίδα το πήρε και έτρεξε στο σπίτι του Νικόλα.
«Στενοχωρήθηκα που μαλώσαμε» του είπε «είπα πράγματα που δεν έπρεπε. Θέλεις να γίνουμε φίλοι ξανά;»
Ο Νικόλας την κοίταξε για λίγο και έγνεψε καταφατικά. Τότε ο άνεμος άφησε να πέσει ένα δεύτερο φύλλο, με τη λέξη σ’ αγαπώ. Η Ελπίδα το πήγε στη μητέρα της, που την αγκάλιασε
και της είπε πως μερικές φορές οι μεγάλοι ξεχνούν να λένε δυνατά όσα νιώθουν. Ένα τρίτο φύλλο έφτασε στον παππού. Δεν είχε πάνω του καμία λέξη. Μόνο μια μικρή ζωγραφιά, ένα βιβλίο ανοιχτό και δύο χέρια πιασμένα. Η Ελπίδα κάθισε δίπλα του και άρχισε να του διαβάζει.
Κάθε φορά που μια λέξη έβρισκε τον δρόμο της προς έναν άνθρωπο, ο άνεμος γινόταν λίγο πιο ήρεμος κι εκείνη τη νύχτα, πριν επιστρέψει στο δάσος, πλησίασε το παράθυρο της Ελπίδας και ψιθύρισε:
«Συγγνώμη».
Το κορίτσι που άκουσε τον άνεμο,στράφηκε προς το παράθυρο και του χαμογέλασε. Έξω,τα χρυσοκίτρινα φύλλα συνέχισαν τον χορό τους,μα τώρα ο άνεμος δεν τα χρησιμοποιούσε για να κρύβει τις λέξεις. Τα άφηνε να τις μεταφέρουν από σπίτι σε σπίτι, από καρδιά σε καρδιά.
Και στο Φυλλοχώρι, εκείνο το χωριό με τη πιο όμορφη ιστορία,κάθε φθινόπωρο, οι άνθρωποι θυμούνταν κάτι πολύ σημαντικό,πως δεν χρειάζεται να περιμένουνε να φυσήξει ο άνεμος για
να πούν όσα έχουν αξία. Μερικές λέξεις χρειάζονται μονάχα μια βαθιά ανάσα, λίγη γενναιότητα και κάποιον που να είναι πρόθυμος να ακούσει.
Και μην ξεχνάτε,δεν είναι πάντα εύκολο να εκφραστούμε. Ούτε χρειάζεται να λέμε τα πάντα τη στιγμή που τα νιώθουμε. Χρειάζεται, όμως, να μαθαίνουμε να ακούμε την καρδιά μας και να βρίσκουμε τις λέξεις που μπορούν να χτίσουν γέφυρες αντί για τοίχους. Ας διδάξουμε στα παιδιά πως ο θυμός μπορεί να εκφραστεί χωρίς προσβολές, πως η συγγνώμη δεν είναι ήττα και πως το «χρειάζομαι βοήθεια» είναι μια γενναία φράση. Κι ας θυμόμαστε κι εμείς οι μεγάλοι πως οι λέξεις έχουν δύναμη, αλλά δεν χρειάζεται να είναι μεγάλες ή περίτεχνες για να αγγίξουν μια καρδιά. Μερικές φορές, ένα απλό «είμαι εδώ» είναι αρκετό
για να νιώσει κάποιος λιγότερο μόνος. Ας μην περιμένουμε, λοιπόν, να έρθει ο άνεμος και να μας κλέψει τις λέξεις για να καταλάβουμε την αξία τους. Ας τις λέμε όσο ακόμη μπορούμε να τις χαρίσουμε.

