*Σύμφωνα με την «Έκθεση Κοινωνικών και Οικονομικών Τάσεων στις Ελληνικές Περιφέρειες» που εκπονήθηκε από το ΙΟΒΕ
Σύνθετη είναι η εικόνα που παρουσιάζει η Περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας, σύμφωνα με την «Έκθεση Κοινωνικών και Οικονομικών Τάσεων στις Ελληνικές Περιφέρειες» που εκπονήθηκε από το Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών (ΙΟΒΕ) και αποτυπώνει τις βασικές κοινωνικές, δημογραφικές και οικονομικές εξελίξεις στις 13 περιφέρειες της χώρας, αναδεικνύοντας τις ανισότητες, τις προοπτικές ανάπτυξης αλλά και τις προκλήσεις που συνδέονται με τη βιωσιμότητα των τοπικών οικονομιών.
Σύμφωνα με τα στοιχεία της έκθεσης, η Δυτική Ελλάδα εμφανίζει θετικούς ρυθμούς ανάπτυξης, αυξημένες επενδύσεις και σημαντική συμμετοχή στην έρευνα και την καινοτομία, αξιοποιώντας το ισχυρό ακαδημαϊκό και ερευνητικό της οικοσύστημα. Παράλληλα, περίπου ένας στους πέντε εργαζόμενους απασχολείται στον πρωτογενή τομέα, στοιχείο που αναδεικνύει τη σημασία της αγροτικής οικονομίας για την περιοχή.
Ωστόσο, η Δυτική Ελλάδα εξακολουθεί να αντιμετωπίζει σοβαρές προκλήσεις, καθώς καταγράφονται αρνητικές τάσεις στο φυσικό και μεταναστευτικό ισοζύγιο, χαμηλό κατά κεφαλήν ΑΕΠ, περιορισμένες καταθέσεις και ελλείψεις σε κρίσιμες υποδομές.
ΑΝΑΛΥΤΙΚΑ ΣΥΜΠΕΡΑΣΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΚΘΕΣΗΣ ΓΙΑ ΤΗ ΔΥΤΙΚΗ ΕΛΛΑΔΑ
Δημογραφικές τάσεις
Η Δυτική Ελλάδα βιώνει σταθερή αλλά έντονη πληθυσμιακή συρρίκνωση, που θέτει προκλήσεις για την οικονομική και κοινωνική της ανάπτυξη. Ο πληθυσμός της αναμένεται να μειωθεί από περίπου 636 χιλιάδες κατοίκους το 2025 σε 535 χιλιάδες το 2050 και περαιτέρω σε 412 χιλιάδες το 2100, δηλαδή κατά -34% συνολικά. Αυτή η εξέλιξη την κατατάσσει ανάμεσα στις περιφέρειες με τις πιο δραματικές δημογραφικές απώλειες, παρά την παρουσία σημαντικών αστικών κέντρων όπως η Πάτρα. Παράγοντες όπως η γήρανση, η χαμηλή γεννητικότητα και η μετανάστευση νεανικού πληθυσμού προς μεγαλύτερα κέντρα εντείνουν την τάση αυτή, απαιτώντας στοχευμένες πολιτικές για την αντιμετώπισή της.
Οικονομική δραστηριότητα
Η οικονομική δραστηριότητα της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας στηρίζεται σε σημαντικό βαθμό στην ιδιωτική κατανάλωση. Ταυτόχρονα, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται έντονη κινητικότητα στις επενδύσεις, ενισχύοντας τη δυναμική της παραγωγικής δραστηριότητας. Αντίθετα, η αρνητική αποταμίευση των νοικοκυριών περιορίζει τη δυνατότητα εσωτερικής χρηματοδότησης της τοπικής οικονομίας.
Επιχειρηματικότητα
Ο επιχειρηματικός ιστός της περιφέρειας Δυτικής Ελλάδας παρουσιάζει μεσαίο μέγεθος και μικτές τάσεις, αφενός με υποχώρηση του κύκλου εργασιών και αφετέρου με αύξηση της απασχόλησης. Στο πεδίο της καινοτομίας, η περιφέρεια βελτιώνει σταδιακά τη θέση της στους ευρωπαϊκούς δείκτες και διατηρεί σχετικά ισχυρή παρουσία σε δραστηριότητες έρευνας και ανάπτυξης, ενισχύοντας τον ρόλο της ως περιφερειακού κέντρου γνώσης.
Χρηματοπιστωτικός τομέας
Σε τομείς του χρηματοπιστωτικού συστήματος, όπως καταγράφονται μέσα από επιλεγμένες μεταβλητές για την πρόσβαση στο τραπεζικό σύστημα, τις καταθέσεις και τη χρηματοδότηση του επιχειρηματικού τομέα, η Δυτική Ελλάδα εμφανίζει περιθώρια περαιτέρω σύγκλισης. Ενδεικτικά, στη Δυτική Ελλάδα το 2025 καταγράφεται ο δεύτερος χαμηλότερος λόγος καταθέσεων προς ΑΕΠ, ο τρίτος χαμηλότερος λόγος επιχειρηματικών δανείων προς ΑΕΠ και ο τρίτος χαμηλότερος αριθμός δανείων και τραπεζικών λογαριασμών ανά κάτοικο. Στα 138 Έκθεση κοινωνικών και οικονομικών τάσεων στις ελληνικές περιφέρειες θετικά, η Δυτική Ελλάδα επέδειξε την περίοδο 2022-2025 τάση σύγκλισης με τις υπόλοιπες περιφέρειες στον χρηματοπιστωτικό τομέα, καθώς βελτίωσε τη σχετική της κατάταξη σε τρεις από τους οκτώ επιλεγμένους δείκτες, καταγράφοντας μεταξύ άλλων σημαντική άμβλυνση του ρυθμού πιστωτικής συρρίκνωσης προς τις επιχειρήσεις.
Αγορά εργασίας
Αναφορικά με την αγορά εργασίας, η περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας παρουσιάζει το πέμπτο υψηλότερο μερίδιο απασχόλησης στη χώρα. Παράλληλα, το 2024 παρουσιάζει το τέταρτο χαμηλότερο ποσοστό μισθωτών και υψηλότερο του εθνικού μέσου όρου ποσοστό αυτοαπασχολουμένων, το οποίο ωστόσο μειώθηκε σημαντικά το ίδιο έτος. Το ποσοστό ανεργίας καταγράφηκε το 2024 ισόποσο του μέσου όρου στο σύνολο της χώρας (10,1%). Το ποσοστό συμμετοχής στην εργασία το 2024 αποτελεί το τέταρτο χαμηλότερο μεταξύ των περιφερειών (70,7% σε σχέση με 72,6% στο σύνολο της χώρας). Την περίοδο 1999-2024, το μέσο ποσοστό ανεργίας στα άτομα με χαμηλό επίπεδο εκπαίδευσης (ISCED 0-2) ήταν το δεύτερο χαμηλότερο ανάμεσα στις περιφέρειες, στα άτομα με μέσο επίπεδο εκπαίδευσης (ISCED 3-4) το πέμπτο υψηλότερο και στα άτομα με υψηλό επίπεδο εκπαίδευσης (ISCED 5-8) το έβδομο χαμηλότερο. Τέλος, η περιφέρεια εμφανίζει τις έκτες υψηλότερες θετικές ροές προσλήψεων-αποχωρήσεων της περιόδου 2015-2025.
Κοινωνικές υπηρεσίες και κοινωνική ένταξη
Στη Δυτική Ελλάδα διαπιστώνεται σημαντικό περιθώριο σύγκλισης με τον εθνικό μέσο όρο στον τομέα της κοινωνικής ένταξης και τις πρόσβασης σε κοινωνικές υπηρεσίες. Στην περιφέρεια καταγράφεται το δεύτερο χαμηλότερο επίπεδο κατά κεφαλήν διαθέσιμου εισοδήματος των νοικοκυριών μεταξύ των περιφερειών, καθώς και το τρίτο υψηλότερο ποσοστό φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού. Σημαντικά περιθώρια σύγκλισης διαπιστώνονται και στους δείκτες υλικής στέρησης ενώ στο χάσμα απασχόλησης των φύλων καταλαμβάνει την τρίτη υψηλότερη θέση ανάμεσα στις περιφέρειες. Απόκλιση παρουσιάζεται και στη δυναμικότητα του συνολικού υγειονομικού συστήματος, όπως αποτυπώνεται σε μεταβλητές για τη συγκέντρωση κλινών νοσηλείας (τρίτη χαμηλότερη θέση) και ιατρών συγκριτικά με τον πληθυσμό. Τέλος, οι επιδόσεις της περιφέρειας αναφορικά με το προσδόκιμο επιβίωσης, τη βρεφική θνησιμότητα είναι πιο κοντά στον εθνικό μέσο όρο ενώ οι αυτοαναφερόμενες μη εξυπηρετούμενες ανάγκες για ιατρική φροντίδα καταλαμβάνουν την υψηλότερη θέση.
Δείκτες σε επιλεγμένους κλάδους
Αναφορικά με τον τομέα του πολιτισμού, η Δυτική Ελλάδα ενισχύει τις χρήσεις γης για πολιτιστικές δραστηριότητες και αναψυχή (0,7% το 2022 από 0,4% το 2018) και καταγράφει σημαντική αύξηση των εγγεγραμμένων πολιτιστικών φορέων. Παράλληλα, παρουσιάζει εντυπωσιακή άνοδο στην επισκεψιμότητα των μουσείων (+85%), ενώ οι αρχαιολογικοί χώροι υποχωρούν, εξέλιξη που ενδεχομένως συνδέεται και με τις κλιματικές συνθήκες, οι οποίες περιορίζουν την επισκεψιμότητα σε υπαίθριους χώρους. Ως προς τον τομέα του τουρισμού, η Δυτική Ελλάδα παρουσιάζει σημαντικά περιθώρια ανάπτυξης, καθώς οι τουριστικές ροές τόσο των αλλοδαπών όσο και των ημεδαπών παραμένουν περιορισμένες το 2024. Το μερίδιο των ενοικιαζόμενων καταλυμάτων στις διανυκτερεύσεις είναι πολύ χαμηλό, το χαμηλότερο στη χώρα μετά την Αττική, Ίδρυμα Οικονομικών και Βιομηχανικών Ερευνών υποδηλώνοντας ότι η υπάρχουσα ξενοδοχειακή υποδομή επαρκεί για την κάλυψη της τρέχουσας ζήτησης, δεδομένης της περιορισμένης τουριστικής βάσης της περιφέρειας. Παρά την κυριαρχία της καλοκαιρινής εποχικότητας, το 46% των επισκέψεων αλλοδαπών τουριστών πραγματοποιήθηκε εκτός γ΄ τριμήνου, αναδεικνύοντας τη σταδιακή διεύρυνση της τουριστικής περιόδου και την ανερχόμενη σημασία των υπολοίπων εποχών για το τουριστικό προϊόν της περιοχής.
Περιβάλλον και χωροταξία
Ως προς επιλεγμένους δείκτες για το περιβάλλον, η περιφέρεια Δυτικής Ελλάδας παρουσιάζει αύξηση μέσης θερμοκρασίας μέτριας προς χαμηλής έντασης, της τάξης των 0,90 °C σε σχέση με τον μακροχρόνιο μέσο όρο. Ο μέσος αριθμός θερμικών επεισοδίων κατά την περίοδο αναφοράς 2011–2024 ανέρχεται σε 5,6 ημέρες. Το 2024, ο αριθμός των επεισοδίων ακραίων θερμοκρασιών εκτοξεύτηκε σε 19, από 9 το 2023, κατατάσσοντας την περιφέρεια δεύτερη στη χώρα μετά την Κεντρική Μακεδονία. Ως προς τις χρήσεις γης, η Δυτική Ελλάδα κατέγραψε τη μεγαλύτερη αύξηση στη γεωργική χρήση (+4,5%), με αποτέλεσμα το ποσοστό της να υπερβαίνει πλέον οριακά το εθνικό ποσοστό, ενώ το 2018 βρισκόταν κάτω από αυτό. Αντίθετα, η χρήση γης για αλιεία και υδατοκαλλιέργεια υποχώρησε στο 1,4% από 2,1% το 2018, διατηρώντας ωστόσο τη δεύτερη θέση μετά τη Δυτική Μακεδονία. Σημαντική είναι επίσης η πτώση κατά 50% των εκτάσεων που προορίζονται για λατομεία και εξορυκτικές δραστηριότητες, ποσοστό μεγαλύτερο από τη μείωση που σημειώθηκε σε εθνικό επίπεδο, με αποτέλεσμα να χάνεται η προηγούμενη σύγκλιση με το εθνικό ποσοστό. Τέλος, η χρήση γης για κατοικία παρέμεινε σταθερή, αν και εξακολουθεί να είναι μικρότερη από το αντίστοιχο ποσοστό του συνόλου της χώρας.



ΒΑΣΙΚΑ ΕΥΡΗΜΑΤΑ ΤΗΣ ΕΡΕΥΝΑΣ
Μεταξύ των βασικών ευρημάτων προκύπτει ότι καταγράφεται πρόοδος αλλά υπάρχουν παράλληλα ευκαιρίες για περαιτέρω σύγκλιση τόσο μεταξύ των περιφερειών όσο και με την υπόλοιπη Ευρώπη, σε μια σειρά από τομείς. Ενδεικτικά:
(α) Η μείωση και γήρανση του πληθυσμού αποτελούν μακροχρόνια πρόκληση, με τις επίσημες δημογραφικές προβολές να αναμένουν επιδείνωση τις επόμενες δεκαετίες στις 12 από τις 13 περιφέρειες, πλην του Νοτίου Αιγαίου. Ένας ολοένα μικρότερος πληθυσμός παραγωγικής ηλικίας θα καλείται να στηρίξει έναν αυξανόμενο αριθμό ηλικιωμένων, με τον δείκτη εξάρτησης να αναμένεται να ξεπεράσει το 80% το 2100 στη Στερεά Ελλάδα, την Ήπειρο και την Δυτική Μακεδονία, εάν δεν παρθούν μέτρα πολιτικής με μακροχρόνια στόχευση.
(β) Η οικονομική δραστηριότητα συνεχίζει να παρουσιάζει υψηλή συγκέντρωση στην Αττική, όπου καταγράφεται και το υψηλότερο κατά κεφαλήν ΑΕΠ. Τα περιθώρια σύγκλισης με την Ευρώπη παραμένουν σημαντικά, καθώς η ένταση παγίων επενδύσεων παραμένει χαμηλότερη του μέσου όρου στην Ευρώπη σε 10 από τις 13 περιφέρειες της χώρας. Νησιωτικές και τουριστικές περιφέρειες, καθώς και η Στερεά Ελλάδα σημείωσαν τους υψηλότερους ρυθμούς ανάπτυξης το 2024.
(γ) Η ανάγκη για σύγκλιση μεταξύ των περιφερειών σε βασικούς οικονομικούς δείκτες, όπως το διαθέσιμο εισόδημα των νοικοκυριών παραμένει βασικός στόχος και πρόκληση, καθώς οι περιφέρειες των δύο μεγαλύτερων αστικών κέντρων και μεγάλο μέρος της νησιωτικής Ελλάδας καταγράφουν υψηλότερες επιδόσεις,
(δ) Η ετερογένεια μεταξύ περιφερειών σε βασικούς κοινωνικούς δείκτες και η απόκλιση από τον μέσο Ευρωπαϊκό όρο παραμένει έντονη, όπως για θέματα απασχόλησης και συμμετοχής στην εργασία, εισοδηματικής ανισότητας, πρόσβασης σε υπηρεσίες υγείας και κοινωνικής προστασίας.
(ε) Σε επιμέρους τομείς, η κλιματική αλλαγή φαίνεται ότι έχει οδηγήσει ήδη σε αυξήσεις της μέσης θερμοκρασίας συγκριτικά με τον μακροχρόνιο μέσο όρο, με υψηλότερη ένταση στη Βόρεια Ελλάδα, ενώ στον τουρισμό καταγράφεται σταδιακή αλλά συστηματική επιμήκυνση της περιόδου, ειδικά σε περιφέρειες όπως η Αττική.

