ΑρχικήΗλεία-Δυτική ΕλλάδαΜε κάθε καχυποψία: Ποιός έχει πραγματικά ανάγκη την αύξηση;

Με κάθε καχυποψία: Ποιός έχει πραγματικά ανάγκη την αύξηση;

Προσθέστε το Protinews.com.gr στις προτιμήσεις σας ακολουθώντας μας στη Google

Add Protinews.com.gr on Google

Γράφει η Έλενα Κακολύρη

Την ώρα που χιλιάδες οικογένειες μετρούν τα ευρώ πριν φτάσουν στο ταμείο του σούπερ μάρκετ, την ώρα που νέοι άνθρωποι δουλεύουν για μισθούς που δεν φτάνουν ούτε για το ενοίκιο, την ώρα που συνταξιούχοι αναγκάζονται να επιλέξουν ανάμεσα σε φάρμακα και βασικές ανάγκες, η κυβέρνηση επιλέγει να προωθήσει αυξήσεις στις αποδοχές του Αρχιεπισκόπου και των Μητροπολιτών.

Ας ξεκινήσουμε όμως από το αυτονόητο. Για ποιό λόγο πληρώνεται ο κλήρος από το ελληνικό κράτος;

Οι ιερείς και οι ιεράρχες δεν είναι δημόσιοι υπάλληλοι με την έννοια που είναι ο δάσκαλος, ο νοσηλευτής, ο πυροσβέστης ή ο υπάλληλος μιας δημόσιας υπηρεσίας. Η μισθοδοσία τους αποτελεί ιστορικά μια μορφή αποζημίωσης για εκκλησιαστικές περιουσίες που πέρασαν στο Δημόσιο. Όμως εδώ προκύπτει το εύλογο ερώτημα τί ακριβώς σημαίνει «αποζημίωση» που συνεχίζεται επ’ αόριστον;

Οι εκτάσεις αυτές παραχωρήθηκαν πριν από δεκαετίες. Ας δεχτούμε ότι η αποζημίωση αυτή είχε βάση όταν θεσπίστηκε, αν και η ίδια η έννοια της προσφοράς προϋποθέτει ανιδιοτέλεια. Ωστόσο, έχει γίνει ποτέ μια συνολική και διαφανής αποτίμηση της αξίας αυτών των εκτάσεων σε σχέση με τα ποσά που έχουν καταβληθεί διαχρονικά μέσω της μισθοδοσίας του κλήρου; Ποιό είναι το πραγματικό οικονομικό ισοζύγιο αυτής της συμφωνίας έπειτα από τόσες δεκαετίες; Αν το κράτος είχε προχωρήσει εξαρχής σε μια εφάπαξ αποζημίωση ή αγορά των εκτάσεων στην τότε αγοραία τους αξία, θα είχε τελικά δαπανήσει περισσότερα ή λιγότερα χρήματα από όσα έχουν καταβληθεί μέχρι σήμερα; Χωρίς πλήρη στοιχεία δεν μπορεί κανείς να απαντήσει με βεβαιότητα. Πρόκειται όμως για ένα εύλογο ερώτημα που μια σύγχρονη πολιτεία οφείλει να εξετάσει.

Οι προτεραιότητες μιας κοινωνίας

Σήμερα, ένας εργαζόμενος που αμείβεται με τον κατώτατο μισθό δυσκολεύεται να καλύψει ακόμη και τις βασικές του ανάγκες. Ενοίκια, λογαριασμοί, τρόφιμα, καύσιμα και καθημερινά έξοδα απορροφούν το μεγαλύτερο μέρος του εισοδήματός του πολύ πριν τελειώσει ο μήνας. Για χιλιάδες ανθρώπους, η αξιοπρεπής διαβίωση δεν είναι δεδομένη αλλά ένας καθημερινός αγώνας. Η επιβίωση έχει μετατραπεί σε μια διαρκή προσπάθεια να βγουν οι αριθμοί, συχνά χωρίς επιτυχία.

Κι όμως, την ίδια στιγμή που ο απλός πολίτης πασχίζει να τα βγάλει πέρα και συχνά δεν τα καταφέρνει, η μέριμνα της κυβέρνησης φαίνεται να στρέφεται στις αποδοχές της ανώτατης εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Αντί η δημόσια συζήτηση να αφορά το πώς θα ανακουφιστούν οι εργαζόμενοι, οι νέοι και οι συνταξιούχοι, συζητάμε πώς θα αυξηθούν οι μισθοί μητροπολιτών και ανώτερων κληρικών. Οι τελευταίοι, πέρα από την κρατική μισθοδοσία, διαθέτουν ήδη υποστήριξη και κάλυψη μέρους των λειτουργικών και διοικητικών τους εξόδων μέσω της ίδιας της Εκκλησίας, η οποία διαθέτει περιουσία, έσοδα από ακίνητα, δωρεές και προσφορές πιστών.

Η απόφαση αυτή  της κυβέρνησης θα έλεγα ότι εμπεριέχει ένα πολιτικό μήνυμα. Και το μήνυμα αυτό είναι ότι υπάρχουν πάντα χρήματα για τη διατήρηση προνομίων αλλά όχι αρκετά για να εξασφαλιστεί αξιοπρεπής διαβίωση σε όσους παράγουν τον πλούτο αυτής της χώρας.

Το Ευαγγέλιο δεν μίλησε για προνόμια

Κάπου εδώ αξίζει να θυμηθούμε τί δίδαξε ο Χριστός. Μίλησε για αγάπη, ταπεινότητα, αλληλεγγύη και προσφορά. Δεν μίλησε για μισθολογικές αναβαθμίσεις, προνόμια και οικονομικές διεκδικήσεις. Δεν περπάτησε ανάμεσα στους φτωχούς για να διαπραγματευτεί αποδοχές. Στάθηκε δίπλα στους αδύναμους, στους περιθωριοποιημένους, στους κατατρεγμένους. Και ίσως γι’ αυτό πολλοί πολίτες νιώθουν σήμερα αποξενωμένοι από μια Εκκλησία που συχνά μοιάζει να ενδιαφέρεται περισσότερο για τη διατήρηση προνομίων παρά για την έμπρακτη κοινωνική παρέμβαση.

Υπήρξαν εποχές που ο κλήρος αποτελούσε σύμβολο λιτότητας. Ο παπάς του χωριού ζούσε με ένα ράσο, με προσωπικές στερήσεις, βοηθώντας φτωχούς, χήρες, ορφανά και ανθρώπους που είχαν ανάγκη. Η ηθική του επιρροή δεν προερχόταν από τον μισθό του αλλά από το παράδειγμά του. Σήμερα, δυστυχώς, η εικόνα που συχνά εκπέμπεται είναι διαφορετική. Χρυσά άμφια, τελετές επιδεικτικού πλούτου, οικονομικές διεκδικήσεις και τώρα νέες αυξήσεις. Όχι, αυτό δεν είναι το Ευαγγέλιο.

Είναι κάτι πολύ διαφορετικό.

Η πολιτική διάσταση

Η στάση της Νέας Δημοκρατίας δεν προκαλεί έκπληξη. Η πολιτική αξιοποίηση του τριπτύχου «Πατρίς – Θρησκεία – Οικογένεια» παραμένει διαχρονικά ελκυστική για ένα σημαντικό κομμάτι του εκλογικού σώματος. Η στενή σχέση κράτους και Εκκλησίας προσφέρει πολιτικά οφέλη και στις δύο πλευρές.

Αλλά η ευθύνη δεν βαραίνει μόνο την κυβέρνηση.

Κατά καιρούς, κόμματα της αντιπολίτευσης έχουν θέσει το ζήτημα του διαχωρισμού κράτους και Εκκλησίας. Κάθε φορά, όμως, ένα μέρος της κοινωνίας αντιδρά σαν να απειλείται η ίδια η πίστη του. Σαν να σημαίνει ο διαχωρισμός κατάργηση της Ορθοδοξίας. Πρόκειται για μια τεράστια παρεξήγηση. Ο διαχωρισμός δεν απειλεί την πίστη. Κανείς δεν προτείνει να σταματήσουν οι καμπάνες να χτυπούν. Κανείς δεν ζητά να πάψει η προσευχή, η λατρεία ή η θρησκευτική παράδοση. Η πίστη είναι προσωπικό δικαίωμα και η Ορθοδοξία αποτελεί αναμφίβολα μέρος της ιστορικής και πολιτισμικής ταυτότητας του ελληνικού λαού, όπως και η ελληνική γλώσσα. Με απόλυτο σεβασμό προς όσους πιστεύουν αλλά και προς όσους δεν πιστεύουν.

Άλλο όμως η πίστη και άλλο τα λειτουργικά έξοδα.

Άλλο το θρήσκευμα και άλλο η κρατική μισθοδοσία.

Άλλο το Ευαγγέλιο και άλλο ο κρατικός προϋπολογισμός.

Ώρα για μια έντιμη λύση

Η λύση σε καμία περίπτωση δεν είναι η σύγκρουση με τη θρησκεία.

Η λύση είναι ο εξορθολογισμός της σχέσης κράτους και Εκκλησίας.

Η Εκκλησία μπορεί να διαχειρίζεται αυτόνομα τα οικονομικά της, όπως συμβαίνει σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες. Να χρηματοδοτεί τον κλήρο της από την περιουσία, τις δωρεές και τις δραστηριότητές της, με πλήρη διαφάνεια. Το κράτος, από την άλλη, να κατευθύνει τους περιορισμένους πόρους του εκεί όπου υπάρχει η μεγαλύτερη κοινωνική ανάγκη. Ενδεικτικά στην υγεία, στην παιδεία, στην κοινωνική πρόνοια, στους χαμηλόμισθους και στους συνταξιούχους.

Παράλληλα, χρειάζεται πλήρης καταγραφή και διαφάνεια της εκκλησιαστικής περιουσίας, σαφής διαχωρισμός των οικονομικών δραστηριοτήτων από το πνευματικό έργο και σταδιακή απεξάρτηση της μισθοδοσίας του ανώτερου κλήρου από τον κρατικό προϋπολογισμό.

Η πίστη δεν κινδυνεύει από τον διαχωρισμό κράτους και Εκκλησίας. Αντίθετα, κινδυνεύει όταν ταυτίζεται με προνόμια, μισθολογικές διεκδικήσεις και πολιτικές συναλλαγές. Γιατί ο Χριστός δεν δίδαξε ποτέ πώς να αυξάνεις τον μισθό σου. Δίδαξε πώς να υπηρετείς τον συνάνθρωπό σου. Και σε μια κοινωνία που δυσκολεύεται να επιβιώσει, ίσως ήρθε η ώρα να θυμηθούμε αυτή τη διαφορά.