ΑρχικήΗλεία-Δυτική ΕλλάδαΟ Τσίπρας επέστρεψε. Το πρόβλημα είναι ότι φαίνεται πως επέστρεψαν και τα...

Ο Τσίπρας επέστρεψε. Το πρόβλημα είναι ότι φαίνεται πως επέστρεψαν και τα παλιά επικοινωνιακά λάθη

Γράφει η Έλενα Κακολύρη

Πριν λίγες ημέρες ο Αλέξης Τσίπρας ανακοίνωσε το νέο του κόμμα και οφείλω να παραδεχτώ ότι η πρώτη μου σκέψη δεν ήταν ούτε πολιτική ούτε ιδεολογική. Ήταν πολύ πιο απλή: «Μα ποιός σκέφτηκε αυτό το όνομα;». Γιατί πραγματικά δυσκολεύομαι να καταλάβω τη λογική. Ήδη πολλοί έσπευσαν να συγκινηθούν, να ανασύρουν μνήμες, να μιλήσουν για αγώνες, για αντάρτικα, για τον Βελουχιώτη, για το παλιό ΕΑΜ και για συμβολισμούς που κουβαλούν ιστορικό βάρος.
Σοβαρά τώρα; Τι σχέση έχουν όλα αυτά με τη σημερινή πολιτική πραγματικότητα; Η κοινωνία του 2026 δεν ζει ούτε σε βουνά ούτε σε παράνομες οργανώσεις αντίστασης. Ζει με ενοίκια που έχουν ξεφύγει, με μισθούς που εξαφανίζονται στις 12 του μήνα, με ανθρώπους που δουλεύουν περισσότερο από όσο ξεκουράζονται και φοβούνται περισσότερο από όσο αντέχουν. Αν περιμένεις λοιπόν να εμπνεύσεις έναν τριαντάρη που πληρώνει 450 ευρώ ενοίκιο και ψάχνει δεύτερη δουλειά μέσω ιστορικής νοσταλγίας, μάλλον έχεις μπερδέψει την πολιτική καμπάνια με επετειακό ντοκιμαντέρ.

Και εδώ αρχίζει η πραγματική απογοήτευση. Γιατί εγώ ήλπιζα βαθιά ότι η εμπειρία του ΣΥΡΙΖΑ θα είχε αφήσει μαθήματα. Όχι μόνο στον πρώην αρχηγό του αλλά και σε όσους τον περιβάλλουν. Ήλπιζα πως μετά από μια διαδρομή εξουσίας, ήττας, εσωστρέφειας και τελικής κατάρρευσης θα είχε υπάρξει μια σκληρή αυτοκριτική. Φρούδες ελπίδες, φαίνεται. Γιατί το πρόβλημα δεν είναι απλώς το όνομα. Το πρόβλημα είναι ότι για ακόμη μία φορά το επικοινωνιακό κομμάτι μοιάζει να έχει πάρει λάθος κατεύθυνση. Τρανό παράδειγμα τα βιντεάκια όπου ο Τσίπρας προσπαθεί να εμφανιστεί πιο χαλαρός, πιο σύγχρονος, πιο “κοντά στη νέα εποχή”. Συγγνώμη, αλλά φαίνονται αμήχανα. Και όχι επειδή ο ίδιος έχει κάποιο πρόβλημα. Το αντίθετο. Ο Αλέξης Τσίπρας ποτέ δεν ήταν άνθρωπος των viral στιγμών, των επιτηδευμένων social media κινήσεων ή του «κοιτάξτε πόσο αυθόρμητος είμαι ενώ κάποιος με σκηνοθετεί να φαίνομαι αυθόρμητος». Η πολιτική του εικόνα είχε πάντα κάτι άλλο, είχε μια πιο φυσική, πιο ανθρώπινη αμεσότητα. Ίσως και μια αδεξιότητα κάποιες φορές, αλλά δική του αδεξιότητα, αληθινή. Και αυτό, όσο παράξενο κι αν ακούγεται, ήταν πλεονέκτημα. Δεν χρειάζεται να εκσυγχρονίσεις έναν άνθρωπο αφαιρώντας αυτό που είναι. Γιατί τότε δεν δείχνεις ότι τον ανανεώνεις, αλλά πόσο έξω από αυτό το περιβάλλον αισθάνεται.

Και εδώ έχουμε το απόλυτο ελληνικό πολιτικό παράδοξο: από τη μία προσπαθούν να τον κάνουν πιο “in”, πιο ψηφιακό, πιο trendy κι από την άλλη του δίνουν όνομα που ακούγεται σαν πολιτική αφίσα που ξέμεινε σε τοίχο από άλλη δεκαετία. Αποφασίστε! Φτιάχνετε κάτι καινούργιο ή κάνετε πολιτικό cosplay της μεταπολίτευσης;

Όσο για αρκετούς ψηφοφόρους που ήδη έσπευσαν να ακολουθήσουν, υπάρχει και μια πιο δυσάρεστη αλήθεια. Δεν βλέπω από μέρους τους ιδιαίτερη διάθεση κριτικής σκέψης. Δεν βλέπω επιχειρήματα. Βλέπω περισσότερο μια αυτόματη αποδοχή «Αφού το είπε ο χώρος, είναι σωστό. Αφού παρουσιάστηκε ως ιστορικό, είναι συγκινητικό». Και κάπου εκεί αρχίζουμε να βιώνουμε ένα επικίνδυνο déjà vu. Γιατί αυτό ακριβώς συνέβη επί χρόνια στον ΣΥΡΙΖΑ, δηλαδή λιγότερη εσωτερική αμφισβήτηση και περισσότερη πολιτική πίστη. Μέχρι που η πραγματικότητα έφτασε τον μύθο και τον προσγείωσε βίαια.

Βέβαια, όσο κι αν ασκεί κανείς κριτική στην αισθητική και στη στρατηγική της ανακοίνωσης, υπάρχει και μια πραγματικότητα που δεν μπορεί να αγνοηθεί και δεν είναι άλλη από το ότι ο Τσίπρας κατάφερε ξανά να κυριαρχήσει στη δημόσια συζήτηση. Από τα social media μέχρι τις τηλεοπτικές εκπομπές και τα πολιτικά πάνελ, η παρουσία του είναι παντού. Πρακτικά είναι αδύνατο να υπάρχει αυτή τη στιγμή πολιτικά ενεργός πολίτης που να μην έχει ακούσει για το νέο κόμμα. Και αυτό, είτε αρέσει είτε όχι, αποτελεί πολιτικό πλεονέκτημα. Γιατί στην εποχή της υπερπληροφόρησης και της αποσπασματικής προσοχής, η μεγαλύτερη δυσκολία δεν είναι να συμφωνήσει κάποιος μαζί σου αλλά να σε προσέξει. Ο Τσίπρας, με σωστό ή λάθος τρόπο, κατάφερε να τραβήξει τα βλέμματα. Και εκ των πραγμάτων, όταν συγκεντρώνεις τόσο ενδιαφέρον, αργά ή γρήγορα θα ακουστούν και οι πολιτικές σου θέσεις ακόμη και από ανθρώπους που αρχικά μπήκαν στη συζήτηση μόνο από περιέργεια ή ειρωνική διάθεση.

Και υπάρχει και κάτι ακόμη που δύσκολα παραδέχονται οι υπόλοιποι παίκτες της πολιτικής σκακιέρας, ότι η επιστροφή του έχει προκαλέσει νευρικότητα. Ίσως όχι πανικό ακόμη, αλλά σίγουρα ανησυχία. Γιατί ανεξάρτητα από τις αντιπάθειες που προκαλεί ή τα λάθη που κουβαλά, ο Τσίπρας παραμένει ένας πολιτικός με βαρύ πολιτικό αποτύπωμα και κυρίως με δυνατότητα να μετακινεί τη δημόσια συζήτηση γύρω του.

Παρά τη διαφωνία για την επικοινωνιακή του καμπάνια, πιστεύω πως το εγχείρημα Τσίπρα θα πετύχει. Όχι επειδή θεωρώ τον Τσίπρα αλάνθαστο. Κάθε άλλο. Έκανε λάθη, πολλά και μεγάλα. Αλλά γιατί εξακολουθώ να πιστεύω ότι έχει ένα πολιτικό ένστικτο που σπανίζει. Μπορεί να μιλήσει σε κόσμο που η πολιτική έχει σταματήσει να αγγίζει. Το ζήτημα όμως δεν είναι ο Τσίπρας. Το ζήτημα είναι ποιοί θα σταθούν δίπλα του. Αν θέλει πραγματικά μια δεύτερη πολιτική ευκαιρία, χρειάζεται κάτι πολύ πιο απλό και συνάμα πολύ πιο δύσκολο: λιγότερους χειροκροτητές και περισσότερους ανθρώπους που θα του λένε «όχι». Χρειάζεται συνεργάτες που να καταλαβαίνουν τη σημερινή κοινωνία αντί να ανακυκλώνουν μνήμες. Χρειάζεται προτάσεις για στέγη, εργασία, παραγωγή, κράτος, δημόσια διοίκηση. Χρειάζεται λιγότερη πολιτική αισθητική και περισσότερη πολιτική ουσία.

Και κυρίως χρειάζεται χρόνος. Γιατί η πραγματική πολιτική αξιολόγηση δεν θα γίνει ούτε από το όνομα ούτε από τα πρώτα trends στα social media. Θα γίνει στο επόμενο διάστημα, όταν θα αρχίσουν να φαίνονται τα πρόσωπα που θα τον πλαισιώσουν, οι κοινωνικές δυνάμεις που θα επιχειρήσει να εκφράσει και το κατά πόσο υπάρχει πραγματικά νέο πολιτικό σχέδιο ή απλώς μια πιο προσεγμένη επανάληψη του παλιού. Εκεί πλέον θα μπορούμε να μιλήσουμε ουσιαστικά πολιτικά. Γιατί αν η επανεκκίνηση γίνει με τα ίδια υλικά που οδήγησαν στην κατάρρευση, τότε δεν θα μιλάμε για επιστροφή. Θα μιλάμε για επανάληψη. Και η ιστορία έχει ένα πολύ κακό συνήθειο: τη δεύτερη φορά σπάνια συγχωρεί!