Γράφει η μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)
Ο Μάιος είναι ο μήνας που η γη δεν ανθίζει απλώς, ξυπνά. Κι αν περπατήσεις σε ένα χωριό τέτοια εποχή, θα δεις τη μαγεία γύρω σου. Τα χωράφια φοράνε πράσινα ρούχα, οι αυλές μοσχοβολούν και τα μονοπάτια, ακόμα κι αν είναι γεμάτα χώμα και πέτρα, μοιάζουν σαν να
οδηγούν σε κάτι καλό. Και κάπου εκεί, ανάμεσα σε αγριολούλουδα, σε χόρτα που ψηλώνουν, σε μικρές γωνιές που οι άνθρωποι δεν προσέχουν, φυτρώνει το πιο απλό λουλούδι και όμως το πιο δυνατό. Η μαργαρίτα. Λευκή σαν παιδική αθωότητα. Με κίτρινη καρδιά σαν μικρό ήλιο και πέταλα που μοιάζουν σαν δάχτυλα που ανοίγουν τον κόσμο και τον αγκαλιάζουν.
Δεν είναι σαν όλα τα άλλα λουλούδια. Δεν είναι τριαντάφυλλο που ζητά θαυμασμό. Δεν είναι ορχιδέα που μοιάζει σπάνια και ακριβή. Η μαργαρίτα είναι αλλιώς,είναι ταπεινή.
Σαν άνθρωπος καλός που δεν χρειάζεται να φωνάζει ότι είναι καλός. Φυτρώνει παντού. Σε χωράφια. Σε αυλές. Στην άκρη του δρόμου. Ακόμα κι εκεί που κανείς δεν περιμένει ομορφιά και ίσως γι’ αυτό να μας συγκινεί τόσο,γιατί μας θυμίζει κάτι που οι μεγάλοι συχνά ξεχνούν.
Η αληθινή ομορφιά δεν κάνει επίδειξη και μέσα σε αυτή την απλότητα, η μαργαρίτα κουβαλά μια ολόκληρη ιστορία. Μια παιδική ιστορία, που όμως μεγαλώνει μαζί μας. Το γνωστό παιχνίδι σε όλους, «μ’ αγαπά δε μ’ αγαπά». Πόσα παιδιά δεν έκοψαν τα πέταλά της, κρατώντας την ανάσα τους, σαν να κρατούσαν στα χέρια τους τη μοίρα; Και πόσοι μεγάλοι δεν το θυμούνται ακόμα, σαν να ήταν η πρώτη φορά που η καρδιά τους έμαθε τι θα πει αναμονή, αγωνία, ελπίδα; Γιατί, ας το παραδεχτούμε,η μαργαρίτα δεν είναι απλώς λουλούδι,είναι η πρώτη μας προσευχή για αγάπη και ίσως αυτό να είναι το παραμύθι του Μαΐου. Να μας θυμίζει πως η ζωή ανθίζει όχι εκεί που όλα είναι τέλεια, αλλά εκεί που η ψυχή μπορεί να αντέξει.
Μικρές συμβουλές για:
Γονείς
*Δώστε στο παιδί χώρο να εκφράσει το συναίσθημά του. Αν σας πει το «μ’ αγαπά ή δε μ’ αγαπά;», μην γελάσετε,απλά μοιραστείτε μαζί του τη πρώτη ιστορία σας με αυτό το παιχνίδι.
Τα παιδιά,συνήθως,θέλουν να μαθαίνουν από τους γονείς.
*Μάθετε στο παιδί ότι η αγάπη δεν αποδεικνύεται με παιχνίδια και δώρα, αλλά με πράξεις όπως με χρόνο,παρουσία και φροντίδα.
Έκπαιδευτικούς
*Χρησιμοποιήστε τις μαργαρίτες ως αφορμή για συζήτηση. Τι σημαίνει αγάπη, τι σημαίνει αποδοχή, τι σημαίνει επιμονή.
*Δώστε στα παιδιά μια μικρή αποστολή σαν εργασία. Να παρατηρήσουν ένα λουλούδι και να περιγράψουν τι τους θυμίζει. Έτσι καλλιεργείται η φαντασία και η ενσυναίσθηση.
Δραστηριότητα για παιδιά: Το στεφάνι της ελπίδας
Υλικά: χαρτόνι (ή χοντρό χαρτί),ψαλίδι,κόλλα,μαρκαδόροι,άσπρα και κίτρινα χαρτιά προαιρετικά, πραγματικές μαργαρίτες, κορδέλες, αυτοκόλλητα
Πώς γίνεται: Φτιάχνετε ένα στεφάνι από χαρτόνι (ένα μεγάλο κύκλο με κενό στη μέση).
Κόβετε πολλά πέταλα από άσπρο χαρτί. Στο κάθε πέταλο γράφετε μια ευχή. Στο κέντρο κολλατε έναν κίτρινο κύκλο και γράφετε αν θέλετε κάτι που σας εκφράζει.
Προτάσεις βιβλίων
Το λουλουδάκι που τώρα πια ξέρει – Πολυχρονοπούλου Κατερίνα
Το λουλουδάκι ζούσε στον όμορφο κήπο όταν τα άκουσε να συζητάνε για ένα περιστατικό που συνέβη στο σχολείο τους. Όσα άκουσε το ανησύχησαν και το έβαλαν σε σκέψεις. Θέλετε να μάθετε τι ακριβώς
συνέβη; Ας αφήσουμε καλύτερα όμως το λουλούδι, να μας διηγηθεί την απρόοπτη ιστορία του!
Το δικό μου λουλούδι – Alice Hemming
Ένα βιβλίο που προσφέρει μια χιουμοριστική ματιά στην εναλλαγή των εποχών, υπογραμμίζοντας πόσο σημαντικά είναι τα λουλούδια για την αλυσίδα της ζωής.
Το ταξίδι της μαργαρίτας – Σταματία Γαβριηλίδου
Μια μαργαρίτα γεννιέται στο δάσος. Μεγαλώνοντας, λαχταράει να πετάξει σαν πουλί και να γνωρίσει τον κόσμο όλο. Όμως,όσο και να προσπαθεί, δεν τα καταφέρνει. Ένα πουλάκι θα της μιλήσει για το πως μπορεί να προσπαθεί.
Διήγημα
«Μια αλλιώτικη μαργαρίτα»

Στο χωριό της Αγάπης, ο Μάιος έφερνε μαζί του χίλια πράγματα. Έφερνε μυρωδιές από αγιόκλημα. Έφερνε ήχους από τζιτζίκια που δοκίμαζαν τη φωνή τους, σαν να έκαναν πρόβα για το καλοκαίρι. Έφερνε πρωινά που ήταν πιο φωτεινά. Και πάνω απ’ όλα έφερνε λουλούδια. Στις άκρες των δρόμων, στις αυλές, στα χωράφια, στα ξεχασμένα μονοπάτια που μόνο τα παιδιά περπατούσαν, ξεπετάγονταν μαργαρίτες. Μικρές, λευκές, σαν να είχαν πέσει από τον ουρανό.
Ο Πέτρος τις έβλεπε κάθε χρόνο,αλλά φέτος τις κοίταζε λίγο διαφορετικά. Ήταν δέκα χρονών, κι ενώ όλοι έλεγαν πως είχε μεγαλώσει, εκείνος ένιωθε μέσα του πως κάτι είχε μπερδευτεί. Σαν να ήθελε να είναι παιδί, αλλά ταυτόχρονα να καταλαβαίνει πράγματα που δεν χωρούσαν εύκολα σε παιδική καρδιά γιατί φέτος είχε αγαπήσει. Όχι όπως αγαπάς το σκυλάκι σου,ούτε όπως αγαπάς τη μαμά σου. Είχε αγαπήσει ένα κορίτσι,τη Λένια. Τη Λένια που καθόταν στο ίδιο θρανίο, που είχε μαλλιά σαν ώριμο σιτάρι και χαμόγελο σαν ανοιξιάτικο πρωινό. Τη Λένια που όταν γελούσε, έμοιαζε σαν να άνθιζε ο κόσμος γύρω του και ο Πέτρος δεν ήξερε τι να κάνει με αυτό το συναίσθημα. Τον έκανε να νιώθει δυνατός και αδύναμος μαζί.
Εκείνο το απόγευμα, πήρε τον δρόμο προς το λιβάδι. Το λιβάδι ήταν λίγο έξω από το χωριό.
Εκεί πήγαιναν τα παιδιά να παίξουν, να τρέξουν και να γελάσουν. Ο αέρας φυσούσε απαλά.
Τα χόρτα κουνιόντουσαν σαν κύματα και οι μαργαρίτες χόρευαν απαλά πάνω στο πράσινο. Ο Πέτρος έσκυψε και διάλεξε μία. Ήταν η πιο όμορφη,με πέταλα ίσια, καθαρά, σαν να είχαν χτενιστεί και κέντρο κίτρινο, σαν ήλιος που δεν ήθελε να δύσει. Την πήρε στο χέρι του και κάθισε σε μια πέτρα. Κοίταξε τη μαργαρίτα και θυμήθηκε αυτό που έλεγαν όλοι:
«Μ’ αγαπά,δε μ’ αγαπά…» Χαμογέλασε αμήχανα.
«Είναι χαζό», ψιθύρισε κι όμως τα δάχτυλά του πήγαν μόνα τους στο πρώτο πέταλο.
Το τράβηξε απαλά. «Μ’ αγαπά…» Το δεύτερο πέταλο έπεσε στο χώμα. «Δε μ’ αγαπά…» Η καρδιά του χτυπούσε. Συνέχισε πέταλο το πέταλο, η μαργαρίτα γινόταν όλο και πιο γυμνή, σαν να ξεγυμνωνόταν μια αλήθεια και τότε, πριν τραβήξει το επόμενο πέταλο, άκουσε μια φωνή λεπτή, σαν ψίθυρος μέσα στα φύλλα. «Σταμάτα».
Ο Πέτρος τινάχτηκε απότομα. Κοίταξε γύρω του,αλλά δεν υπήρχε κανείς. Μόνο το λιβάδι, ο ήλιος, οι μέλισσες που πετούσαν και η μαργαρίτα στο χέρι του.
«Ποιος… ποιος μίλησε;» ρώτησε δυνατά.
Η φωνή ακούστηκε ξανά, αυτή τη φορά πιο καθαρά, «Εγώ».
Ο Πέτρος κοίταξε τη μαργαρίτα και τότε πάγωσε. Η μαργαρίτα κουνήθηκε σαν να ζωντάνεψε. «Μα δεν γίνεται» ψιθύρισε.
Η μαργαρίτα απάντησε «Γίνεται,ειδικά τον Μάιο. Τον Μάιο η γη μιλάει αρκεί να την ακούσεις».
Ο Πέτρος κατάπιε άτσαλα. «Εσύ είσαι μαργαρίτα».
«Είμαι», είπε εκείνη.
Ο Πέτρος την κοίταξε σαν να κρατούσε στα χέρια του ένα θαύμα. «Και γιατί μου μίλησες;»
Η μαργαρίτα αναστέναξε. Ναι, αναστέναξε. «Γιατί με κόβεις για να βρεις απάντηση σε κάτι που δεν μετριέται».
Ο Πέτρος ένιωσε τα μάγουλά του να κοκκινίζουν. «Μα όλοι το κάνουν».
«Όλοι κάνουν πολλά πράγματα», είπε η μαργαρίτα,«αλλά δεν σημαίνει πως είναι σωστά».
Ο Πέτρος χαμήλωσε το βλέμμα. «Θέλω να ξέρω αν… αν με αγαπά».
Η μαργαρίτα σώπασε για λίγο και ύστερα είπε: «Πες μου, μικρέ,αν το τελευταίο πέταλο σου πει “δε μ’ αγαπά”, θα σταματήσεις να την αγαπάς;»
Ο Πέτρος σάστισε «Όχι…»
«Τότε γιατί το ρωτάς;» ρώτησε.
Ο Πέτρος δεν ήξερε τι να πει. Κοίταξε το χώμα, τα πέταλα που είχαν πέσει σαν μικρά λευκά δάκρυα. «Γιατί φοβάμαι» παραδέχτηκε.
Η μαργαρίτα απάντησε, «Ο φόβος είναι ένα συναίσθημα που δεν πρεπει να σε σταματά.»
Ο Πέτρος την κοίταξε. «Τι εννοείς;»
Η μαργαρίτα έγειρε ελαφρά, σαν να χαμογελούσε. «Εγώ είμαι μικρή,λευκή κι όμως μέσα μου έχω κίτρινη καρδιά και γύρω μου έχω πράσινο και πάνω μου πέφτει γαλάζιος ουρανός και κάποτε με χτυπάει κόκκινο ηλιοβασίλεμα. Μερικοί άνθρωποι με κόβουν, με ξεγυμνώνουν,χάνω την ομορφιά μου, αλλά δεν φοβάμαι».
Ο Πέτρος ένιωσε κάτι να μαλακώνει μέσα του «Και τι πρέπει να κάνω;»
Η μαργαρίτα είπε, «Μην ψάχνεις απάντηση από τα πέταλα. Ψάξε την απάντηση από τα μάτια της. Από τις πράξεις της. Από το χαμόγελό της. Και αν ποτέ δεν σε αγαπήσει όπως την αγαπάς εσύ μη νομιζεις πως δεν αξίζεις,γιατί υπάρχουν λουλούδια που ανθίζουν δίπλα σου και δεν τα βλέπεις και υπάρχουν άνθρωποι που σε αγαπούν ήδη, χωρίς να στο πουν».
Ο Πέτρος ένιωσε τα μάτια του να βουρκώνουν. «Μα εγώ… εγώ ήθελα να είναι όλα εύκολα».
Η μαργαρίτα απάντησε: «Αν ήταν όλα εύκολα, δεν θα υπήρχε νόημα στην αγάπη».
Ο Πέτρος κοίταξε τη μαργαρίτα στο χέρι του,ήταν σχεδόν χωρίς πέταλα πια και τότε έκανε κάτι που δεν είχε κάνει ποτέ παιδί στο χωριό. Δεν την πέταξε. Δεν την άφησε να πεθάνει.
Σηκώθηκε, έσκαψε λίγο χώμα με τα δάχτυλά του και την ξανα φύτεψε με σεβασμό.
«Συγγνώμη», της είπε.
Η μαργαρίτα ψιθύρισε, «Δεν πειράζει,αρκεί που κατάλαβες».
Ο Πέτρος στάθηκε λίγο ακόμα στο λιβάδι. Ο αέρας του χάιδεψε το πρόσωπο και ξαφνικά, εκείνη τη στιγμή, ένιωσε κάτι σπουδαίο. Δεν είχε ανάγκη να μάθει αν τον αγαπούσε ή όχι.
Είχε ανάγκη να μάθει να αγαπά σωστά. Να αγαπά χωρίς να πληγώνει. Να αγαπά χωρίς να κόβει μαργαρίτες. Να αγαπά χωρίς να ζητά απόδειξη από πέταλα.
Γύρισε στο χωριό με τα χέρια του άδεια,μα η καρδιά του ήταν γεμάτη.
Και όταν την επόμενη μέρα είδε τη Λένια στην αυλή του σχολείου, δεν έτρεξε να της μιλήσει, μόνο χαμογέλασε. Ένα χαμόγελο καθαρό, σαν μαργαρίτα και εκείνη του χαμογέλασε πίσω και αυτό ήταν αρκετό.
Και μην ξεχνάτε, η μαργαρίτα μας μαθαίνει κάτι σπουδαίο,η αγάπη δεν μετριέται με πέταλα. Η αγάπη φαίνεται στα μικρά. Στη φροντίδα. Στην παρουσία. Στην επιμονή. Και αν κάποτε η καρδιά σας πει «δε μ’ αγαπά», μην τρομάξετε,γιατί ο κόσμος δεν είναι φτιαγμένος μόνο από απαντήσεις, είναι φτιαγμένος από μαθήματα και κάθε Μάιο, μας θυμίζει πως, ακόμα κι αν πληγωθούμε, μπορούμε να ανθίσουμε ξανά.

