Της Κατερίνας Λιακοπούλου– (Κοινωνική Λειτουργός MSc Συστημική Ψυχοθεραπεύτρια)
Ο χωρισμός ενός ζευγαριού δεν σηματοδοτεί μόνο το τέλος μιας συντροφικής σχέσης. Συχνά συνοδεύεται από μια βαθύτερη συναισθηματική διεργασία, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν παιδιά.
Μαζί με τη θλίψη, την αβεβαιότητα και τις αλλαγές της καθημερινότητας, αναδύονται ενοχές, φόβοι και ερωτήματα.
-Μήπως πληγώσω το παιδί μου;
-Θα μπορούσα να είχα προσπαθήσει περισσότερο.
-Τι θα πει ο κόσμος;
Σε μια κοινωνία όπου η διατήρηση της οικογένειας εξακολουθεί, συχνά, να ταυτίζεται με την κοινή στέγη, ο χωρισμός μπορεί να βιώνεται ως αποτυχία. Οι κοινωνικές προσδοκίες, ακόμη κι όταν εκφράζονται με τη μορφή ενδιαφέροντος, ενδέχεται να ενισχύσουν την ενοχή και να δημιουργήσουν την αίσθηση ότι μια προσωπική απόφαση χρειάζεται διαρκώς εξηγήσεις.
Μέσα σε αυτή την συναισθηματική πίεση, ορισμένοι γονείς προσπαθούν να αναπληρώσουν όσα θεωρούν ότι στερούν από τα παιδιά τους. Γίνονται περισσότερο υποχωρητικοί, δυσκολεύονται να θέσουν όρια ή αισθάνονται την ανάγκη να τα προστατεύσουν από κάθε δυσάρεστο συναίσθημα. Όμως η ενοχή, ακόμη κι όταν πηγάζει από αγάπη, δεν αποτελεί πάντοτε τον καλύτερο οδηγό στην γονεϊκότητα.
Τα παιδιά δεν χρειάζονται την ψευδαίσθηση ότι τίποτα δεν άλλαξε. Χρειάζονται ειλικρίνεια ανάλογη με την ηλικία τους, σταθερότητα, συναισθηματική ασφάλεια / διαθεσιμότητα και την βεβαίωση ότι δεν ευθύνονται για τις αποφάσεις των ενηλίκων. Πάνω απ’ όλα, χρειάζονται να μην εγκλωβίζονται στις συγκρούσεις των γονέων ούτε να καλούνται να επιλέξουν πλευρά.
Άλλωστε, η συναισθηματική ασφάλεια ενός παιδιού δεν καθορίζεται αποκλειστικά από το αν οι γονείς του ζουν μαζί αλλά από την ποιότητα των σχέσεων, τη συνέπεια και την φροντίδα που βιώνει.
Ίσως λοιπόν, χρειάζεται να επανεξετάσουμε τι θεωρούμε «ολοκληρωμένη οικογένεια».
Όχι με κριτήριο την εικόνα που παρουσιάζει προς τα έξω αλλά τις σχέσεις που καλλιεργεί στο εσωτερικό της.
Γιατί ένα παιδί δεν χρειάζεται να πιστέψει πως τίποτα δεν άλλαξε μετά τον χωρισμό. Χρειάζεται να νιώθει ότι, ακόμη κι αν άλλαξε η μορφή της οικογένειας, δεν χάθηκε η θέση του μέσα σε αυτήν.

