Του Λεωνίδα Γ. Μαργαρίτη
Προέδρου Εταιρείας Λογοτεχνών
Ήταν Σάββατο της 30ης Οκτωβρίου 1976 όταν έφυγε για το χωρίς γυρισμό ταξίδι του διασχίζοντας τους γνώριμους σε εκείνον «Λευκούς δρόμους» με προορισμό όχι πια «τη χώρα του Αυγεία», μα τη χώρα των Αθανάτων. Με τη θανή του δεν φτώχυνε μόνο ο Πύργος, φτώχυνε η Επαρχία ,η Ελλάδα, τα Ελληνικά Γράμματα.
Ο Τάκης Δόξας υπήρξε αριστοτέχνης του λόγου, ακατάβλητος σε ζωτικότητα άνθρωπος, με νεανικό σφρίγος, ζηλευτή αισιοδοξία ακαταμάχητο δυναμισμό ένας ακάματος εργάτης του πνεύματος. Έχαιρε καθολικής αναγνώρισης από τον ανώνυμο πολίτη, τον απλό χωρικό, τον μαθητή, τον φοιτητή από το βιομήχανο από όλες τις επαγγελματικές τάξεις και όλα τα κοινωνικά στρώματα.
Ο Τάκης Δόξας, υπήρξε το λαμπρό παιδί της μυθικής Ήλιδας και της πανανθρώπινης Ολυμπίας , ο αγαπημένος ποιητής του λαού που τα έργα του μυστικά και μαστορεμένα γίνονταν η πνευματική τροφή και ζωογόνο νερό από τη δικές ανεξάντλητες κρουσταλλένιες πηγές. Είχε την ικανότητα να μεταδίδει γόνιμα τους εσωτερικούς ψυχικούς κραδασμούς του και κρατούσε αδιαφιλονίκητα τη μυστική ακτινοβολία του λόγου.
Υπήρξε ένας αξιόλογος κυρίως πεζογράφος ,καλλιέργησε όμως όλα τα είδη του λόγου: Διήγημα, Μυθιστόρημα, Νουβέλα, Δοκίμιο κ.λ.π.
Αλλά και στην ποίηση θήτευσε γόνιμα και παραγωγικά . Το πρώτο του φανέρωμα στην ποίηση έκανε το 1938 με την ποιητική συλλογή «Λευκοί δρόμοι». Μ’ αυτό του το έργο έμπαινε με το σπαθί του στο χώρο της ποίησης όπως είχε μπει νωρίτερα επάξια στην πεζογραφία με τα έργα του «Οι ίδιες πάντα ιστορίες», 1932. «Η απολογία του Καμπούρη» 1936 και «Μαρία Πολυδούρη» 1937.
Από την ώρα που έμπαινε στην ποίηση ο Τάκης Δόξας είχε στα χέρια του τη δύναμη της εσωτερικής και εξωτερικής γοητείας, κέρδιζε την καρδιά και το νου του αναγνώστη και από τότε ακριβώς εξασφάλιζε τη νίκη της πνευματικής αθανασίας
Με την ποίησή του πρόσφερε στο συνάνθρωπό του ότι καλύτερο έκρυβε ο εσωτερικός του κόσμος και δενότανε γερά με τους κόσμους της πιο άδολης ανθρώπινης αγάπης και προχωρούσε στο άπειρο θεϊκό κάλλος. Η αγάπη είναι μια δικαίωση της ανθρώπινης αποστολής στη γη και τούτο το συναίσθημα δονούσε κάθε στιγμή κάθε ώρα την ψυχή του ποιητή και τον έκανε να πάσχει και να συμπάσχει με τις αγωνίες και τις προσδοκίες της επαρχίας ειδικότερα.
Γεννημένος και ριζωμένος στον Πύργο έμεινε πιστός στον τόπο που τον γέννησε, στον τόπο που πέρασε πικρές κι ευχάριστες στιγμές γιατί έτσι πραγματικά είναι το μωσαϊκό της επαρχίας πολλές φορές κακότεχνο και υπερβολικά πολλές φορές φορτωμένο με τις ψηφίδες της πίκρας. Παρ’ ότι η πίκρα της μοναξιάς και η πλήξη της επαρχίας τον βασάνιζε , ο Τάκης Δόξας έμεινε το μετερίζι των πνευματικών αγώνων στον Πύργο και από εκεί γράφει για την επαρχιακή πλήξη στο ποίημα του «Επαρχία 1951»
«Πόσο πλήξαμε σ’ αυτό τον τόπο
Με μια θλιμμένη νεραντζιά π’ ανθίζει και πεθαίνει
Με μια καρδιά που περιπατεί
Ίδιο σκυφτή φθινόπωρο ίδιο σκυφτή στον ήλιο….»
Είναι μια πικρή ομολογία της πνευματικής απομόνωσης της επαρχίας του πνευματικού μαρασμού που για να τον ξεριζώσει απ’ τον τόπο του ο Τάκης Δόξας, δρασκέλισε τις λιόχαρες βουνοκορφές της Ελληνικής επαρχίας και αψηφώντας τα λιοπύρια και τα δρολάπια, τις καταιγίδες και τους ανέμους έτρεχε να δώσει το πνευματικό του μάνα στην Αλεξανδρούπολη , την Κρήτη, τα Γιάννενα ,τη Χίο, τη Ζάκυνθο την Καβάλα, την Πάτρα και τον Ελληνισμό της Αμερικής.
Αληθινός ποιητής ο Τάκης Δόξας δεν παραμένει στη στείρα απεικόνιση των πραγμάτων αλλά δίνει μετουσιωμένες τις αγωνίες του, τις προσμονές του, τις βαθύτερες ανησυχίες του, τα βιώματά του. Εκφράζει τους πόθους του λαού σε προσωπική μορφή μ’ ένα καθολικό και αποκαλυπτικό βίωμα όπου βρίσκουν όλοι τον βαθύτερο εαυτό τους.
Οι στίχοι του είναι γεμάτοι αίσθημα , πάθος, και στοχασμό , και, γίνονται προσφιλέστατοι συνοδίτες στην πορεία της ζωής γιατί χωρίς καν να το καταλάβουμε γευόμαστε τη βαθύτερη ουσία τους και συνειδητοποιούμε τα εξαίσια μηνύματά τους.
Στο ποίημα του «ΟΔΥΣΣΕΑΣ» ενσαρκώνει ο ίδιος το ρόλο του πολυμήχανου μα και ταλαιπωρημένου Οδυσσέα γράφει:
« Δεν άραξε ποτέ ο Οδυσσέας, δεν κουράστηκε
Δεν ξαπόστασε, δεν πέθανε
Γυρίζει και θα γυρίζει τόπους, λαούς εποχές,
………………………………………………..
Ίδιος περιπλανώμενος Ιουδαίος
πριν Χριστού
μετά Χριστόν, Πάντα…»
Ο ποιητής έδινε το έργο του με τη βεβαιότητα που διακρίνει ένα συνειδητό και άξιο τεχνίτη του λόγου, με λεπτότητα, υπερευαισθησία και λυρισμό. Ο λυρικός του λόγος είναι το πεπρωμένο του, το ακατάλυτο πάθος του, το κύτταρο του, στοιχεία που αποτελούν τη βαθύτερη ουσία της ποίησης.
Ο Δόξας και πριν ακόμη κυκλοφορήσει την πρώτη του ποιητική συλλογή ήταν ήδη γνωστός από ποιήματά του δημοσιευμένα στα περιοδικά που ο ίδιος διηύθυνε «Βήμα των Νέων» «Οδυσσέας», «Βωμός» αλλά και στα πλέον εγκυρότερα έντυπα της εποχής.
Υπήρξε υμνητής της γυναίκας , την τραγούδησε σαν μητέρα, και σα σύντροφο, σαν Αντιγόνη και σαν Ηλέκτρα, σαν γυναίκα άμυαλη , άβουλη αλλά και άστατη.
Η ποίησή του ποτίζεται με το γλυκό κρασί της αγάπης και του Έρωτα, χωρίς αρρωστημένες και νοσηρές καταστάσεις εξωραΐζει το κάθε τι που συνδέει τη ζωή με κάθε ίσως άσχημη όψη, αποστρέφεται όμως κάθε ανήθικο κάθε τι που δεν εκφράζει την αγάπη, την πραγματική την ιερή.
Στο ποίημα του ΠΕΡΝΑ Η ΑΓΑΠΗ γράφει:
«Περνά η Αγάπη μυστικά στο δειλινό που σβήνει…
Μεριάστε σεις διαβατικές
Γυναίκες άστατες του χτες
Από το δρόμο της ζωής καμιά σας να μη μείνει…»
……………………………………………………..
Και συνεχίζει να εξυμνεί την πραγματική την πανέμορφη θεά της αγάπης. Αισθησιακός χωρίς ακρότητες στο ποίημα του
«ΤΟ ΦΙΛΙ» μας δίνει αδρά και όμορφα τα σημεία της ομορφιάς με τη λεπτότητα της εκφράσεως που τον διακρίνει.
«Μήτε μια αχτίδα απ’ τον άνεμο δεν χώραγε
ανάμεσα στα χείλη μας
μήτε η πιο τρυφερή πνοή απ’ τ’ άστρα»
Στην ποιητική συλλογή «Λευκοί Δρόμοι» θητεύει και στον παραδοσιακό στίχο αλλά δίνει και το ανάλογο μερίδιο στον ελεύθερο.
Τούτη την πρώτη του συλλογή τη χαρακτηρίζει το πλούσιο αίσθημα τονισμένο ειδυλλιακά. Ο ποιητής μας κρατάει το μαγικό ραβδί της τέχνης και χτυπώντας τους φιλολογικούς μας κάμπους κάνει να ξεπετάγονται κρυστάλλινες πηγές, γλώσσα και τρόποι ολότελα απροσδόκητοι.
Η μεγάλη ώρα του ανθρώπου είναι ο γυρισμός στην πηγή της ζωής της πιο αγνής αγάπης, στη μάνα.
Είτε η φθορά σε τραβήξει στους δικούς της κόσμους σε άγνοια ή σε τυραννική πτώση, είτε η αθανασία στις μεταπτώσεις που πάντα θα δοκιμάζεις, θα τους αφήνεις όλους και θα τραβάς στη χώρα της μόνης φωτεινής ειλικρίνειας στην καρδιά της μάνας.
Γι’ αυτό και ο Δόξας με την ευαίσθητη καρδιά, που την πλήγωνε και την κουράζει η πορεία, έρχεται να δονήσει την ψυχή του και να μας αφήσει τα ποιήματά του «Η άρρωστη μητέρα», «Καλωσόρισμα», «Η ορμή της φυγής», «Της σιωπής η συμφορά», «Ωραίος σαν ο θάνατος». «Η τελευταία ζωή», «Επιτύμβιο».
Σ’ ένα απ’ αυτά γράφει:
«Ω! πως μητέρα πλάτυνε απ’ των ωρών τα χέρια
Στην κάμαρα η κλίνη σου και λες πως προσπαθεί
Να δείχνει, πόσο σώνεσαι καθημερινά κερί
Που όλο το φθείρει ο μαρασμός και δεν το συλλογιέται»
Ο Δόξας δεν τύπωσε άλλη ποιητική συλλογή, τον απορρόφησε ο πεζός λόγος κι έγινε περισσότερο γνωστός ως πεζογράφος και θα παρέμενε στην ιστορία της Νεοελληνικής Λογοτεχνίας ως ένας άξιος πεζογράφος και μόνο αν δεν υπήρχε το έργο του «ΤΟ ΦΩΣ ΤΗΣ ΟΛΥΜΠΙΑΣ».Μ’ αυτό του το έργο επεβλήθη και ως ποιητής. Αρκούσε αυτό και μόνο το ποίημα να τον καταξιώσει. Η κυκλοφορία του έκανε μεγάλη εντύπωση και βραβεύτηκε. Το διακρίνει θερμή αγάπη για τον άνθρωπο και την πανανθρώπινη ειρήνη. Ζητάει από τους λαούς να ξαναγυρίσουν στο θεόπνευστο θεσμό της Εκεχειρίας μιας παντοτινής εκεχειρίας για να βρει ο ταραγμένος κόσμος τη Γαλήνη και την ευκαιρία για ειρηνική συνύπαρξη.
Το ποίημα τούτο από το 1964 και μέχρι το 1992 ακούγονταν κάθε τέσσερα χρόνια στο στάδιο της Αρχαίας Ολυμπίας όταν ξεκινούσε από εκεί για τον κόσμο όλο το Ολυμπιακό Φως, και ξανακούσθηκε μετά από προσπάθειες φίλων του ξανακούστηκε στους Ολυμπιακούς της Αθήνας.
Μεταθανάτια κυκλοφόρησε σ’ ολόκληρη τη χώρα και στο εξωτερικό από την αγαπημένη του σύντροφο Ειρήνη μια ακόμη συλλογή με το βιωματικό τίτλο «ΕΠΑΡΧΙΑ Σ ΑΓΑΠΩ».
Η ποίηση αυτή του Τάκη Δόξα είναι αναμφίβολα δραματική. Ωστόσο δεν κουράζει σαν ποιητικό κείμενο και δεν εξουθενώνει. Ο καλλιεργημένος αναγνώστης παρακολουθεί με αυξανόμενο ενδιαφέρον την ψυχική ταλαιπωρία του ποιητή μέσα σε ένα τοπίο ακίνητο. Μέσα σε ένα περιβάλλον που δεν επιφυλάσσει εκπλήξεις. Μέσα σε ένα χώρο όπου τα πάντα φαίνεται σα να πειθαρχούν σε μια αναπόφευκτη μοίρα.
Είναι ενδεικτικό της αθέατης σιγανής φθοράς το ποίημα
« Ο μύθος ενός χαμένου ανθρώπου» [σελ.69] το οποίο αντιπροσωπεύει, εκφράζει και ψυχογραφεί αμέτρητες παρόμοιες περιπτώσεις αργών θανάτων που σημαδεύουν και καθορίζουν το νόημα της επαρχιακής πραγματικότητας
«Δεν έκανε τίποτα σε κείνο τον ήσυχο τόπο
Έβλεπε δένδρα ν’ ασωτεύουν
Τον ήλιο να μαδάει τα φτερά του
Τα κορίτσια να φεύγουν με το δειλινό…»
Κέντρο βάρους των λυρικών του εμπνεύσεων υπήρξε η κλειστή και μουντή ζωή της Ελληνικής επαρχίας που ωστόσο ζεστά αγάπησε ο Δόξας και τις έγινε σύντομα πνευματικό στέλεχος κι οδηγός χωρίς όμως να χάσει την Πανελλήνια ακτινοβολία του. Το αξιοθαύμαστο μεγάλο εκείνο παιδί διέθετε μια αγνότητα ψυχής γνήσια λυρικής, ταυτόχρονα όμως διέθετε και την αξιοπρέπεια και τη σοβαρότητα του μεγάλου.
Ο Τάκης Δόξας ήταν και παραμένει μια ζωντανή, ξεχωριστή παρουσία της νεοελληνικής γραμματείας με την πλούσια λυρική καρδιά, την ανέσπερη πνευματική του καταβολή.
Είναι βέβαιο πως δεν ολοκλήρωσε το έργο του. Αναμφίβολα πολλά μπορούσε να προσφέρει ακόμη ο ερημίτης του Πύργου στην Ελληνική και Παγκόσμια Λογοτεχνία, αν ο χάρος δεν του είχε στήσει καρτέρι εκείνο το βραδινό του Οκτώβρη.
Ο Τάκης Δόξας ζει , ανάμεσά μας, με τα έργα του και την προσφορά του ενώ μας συντροφεύει η μορφή του και μας ατενίζει πράος, γλυκύς, αυστηρός, και επιβλητικός σαν διαβαίνουμε έξω από τα Δικαστήρια του Πύργου όπου υπάρχει η προτομή που έστησε η ευγνωμοσύνη των συμπολιτών του.

