ΑρχικήΕλλάδαΚωνσταντίνος και Ελένη: Δυο μεγάλοι Άγιοι της Ορθοδοξίας!

Κωνσταντίνος και Ελένη: Δυο μεγάλοι Άγιοι της Ορθοδοξίας!

* Η συμβολή του Κωνσταντίνου και της Ελένης δεν περιορίστηκε στην πολιτική ή τη θρησκευτική σφαίρα. Άφησαν πίσω τους μια παρακαταθήκη που επηρέασε βαθιά τον πολιτισμό

Επιμέλεια:

Θεόδωρος Λάμπρος

(thlabros@hotmail.com)

Κάθε χρόνο στις 21 Μαΐου, η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά δύο από τις σημαντικότερες μορφές της Χριστιανικής ιστορίας: τον Μεγάλο Κωνσταντίνο και τη μητέρα του, την Αγία Ελένη.

Μέγας Κωνσταντίνος:

Ο αυτοκράτορας που άλλαξε την Ιστορία

Ο Κωνσταντίνος Α’ (272 – 337 μ.Χ) δεν ήταν απλώς ένας ακόμη Ρωμαίος αυτοκράτορας. Ήταν ο άνθρωπος που άνοιξε τον δρόμο για τη θεσμική αναγνώριση του Χριστιανισμού σε μια εποχή που οι πιστοί διώκονταν αδιάκοπα.     Μεγαλώνοντας στην αυλή του Διοκλητιανού και αναλαμβάνοντας ρόλους εξουσίας, βρέθηκε στο επίκεντρο της σύγκρουσης για την εξουσία της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας.

Το 312 μ.Χ., λίγο πριν τη μοιραία μάχη κατά του Μαξεντίου, λέγεται πως είδε στον ουρανό ένα σημείο: τον σταυρό και τη φράση «ἐν τούτῳ νίκα». Αυτή η οραματική εμπειρία τον ενέπνευσε και τον οδήγησε σε νίκη. Από τότε, ο Κωνσταντίνος όχι μόνο υιοθέτησε τον Χριστιανισμό, αλλά έγινε και ο προστάτης του.

Το 313 υπέγραψε το Διάταγμα των Μεδιολάνων, που καθιέρωσε την ανεξιθρησκία και τερμάτισε τους διωγμούς. Μετέφερε την πρωτεύουσα της Αυτοκρατορίας από τη Ρώμη στο Βυζάντιο, θεμελιώνοντας την Κωνσταντινούπολη – μια πόλη-σύμβολο για αιώνες.

  Ωστόσο, η θρησκευτική ειρήνη δεν ήταν δεδομένη. Η εμφάνιση του Αρείου και των αιρέσεων προκάλεσε τις πρώτες εσωτερικές συγκρούσεις στον χριστιανικό κόσμο. Ο Κωνσταντίνος, αναγνωρίζοντας τον κίνδυνο, συγκάλεσε την Α’ Οικουμενική Σύνοδο στη Νίκαια το 325, θέτοντας τις πρώτες βάσεις για τη θεολογική ενότητα.

Παρότι ο ίδιος ήταν για χρόνια λάτρης του Ήλιου, βαπτίστηκε χριστιανός λίγο πριν τον θάνατό του το 337 μ.Χ. Η φράση του «Νυν της αθανάτου ζωής πεφάναι άξιον» μαρτυρά την εσωτερική του μεταστροφή. Πέθανε την ημέρα της Πεντηκοστής, εννέα χρόνια μετά την κοίμηση της μητέρας του.

(Η συμβολή του Κωνσταντίνου και της Ελένης δεν περιορίστηκε στην πολιτική ή τη θρησκευτική σφαίρα. Άφησαν πίσω τους μια παρακαταθήκη που επηρέασε βαθιά τον πολιτισμό, την τέχνη, την οργάνωση της Εκκλησίας και τον τρόπο άσκησης εξουσίας για αιώνες).

Η Αγία Ελένη και η εύρεση του Τιμίου Σταυρού

Η Αγία Ελένη (246/250 – 327/330) γεννήθηκε στο Δρέπανο της Βιθυνίας και έγινε σύζυγος του αξιωματούχου Κωνστάντιου Χλωρού. Μαζί απέκτησαν τον Κωνσταντίνο. Αν και ο Κωνστάντιος την εγκατέλειψε για πολιτικούς λόγους, η Ελένη έμεινε δίπλα στον γιο της και αργότερα απέκτησε σημαντική θέση στην Αυτοκρατορία ως Αυγούστα.

   Ο Άγιος Κωνσταντίνος έστειλε την μητέρα του, την Ελένη, στα Ιεροσόλυμα για να ανακαλύψει σε ποιο σημείο βρισκότανε ο Τάφος του Κυρίου και ο Τίμιος Σταυρός Του, γιατί οι Εβραίοι είχαν ρίξει επάνω τους χώματα και τα είχαν θάψει για να εξαφανιστεί κάθε ίχνος από την ιστορία του Χριστού…

    Όταν η Αγία Ελένη έφτασε στα Ιεροσόλυμα με τους ανθρώπους της, άρχισε αμέσως να ερευνά το τί έγινε ο Ζωοποιός Σταυρός. Κανείς όμως δεν γνώριζε να της πει που ήταν παραχωμένος.

Τότε όλοι μαζί, Αρχιερείς και λαός, έκαναν δέηση προς τον Θεό για να τους αποκαλύψει που βρισκόταν ο Πανάγιος Τάφος και ο Τίμιος Σταυρός.

  Τότε, ο Κύριος εισάκουσε τη δέηση αυτών και αποκάλυψε στον Πατριάρχη Ιεροσολύμων Μακάριο ότι ο τόπος που ψάχνουν βρίσκεται κάτω ακριβώς από τον ναό της Αφροδίτης τον όποιον είχαν κτίσει μετέπειτα οι Έλληνες.

Η Αγία Ελένη, αφού συγκέντρωσε πλήθος τεχνιτών και εργατών, έσκαψε εκεί και βρήκε τον Πανάγιο Τάφο και λίγο πιο πέρα βρήκε και τους τρεις σταυρούς του Ιησού και των δύο ληστών καθώς και τα καρφιά τους.

Όλοι χάρηκαν με την εύρεση αυτή μα και πάλι όμως δεν ήταν πλήρως ικανοποιημένοι διότι δεν μπορούσαν να ξεχωρίσουν ποιος απ’ όλους ήταν ο Σταυρός του Κυρίου.

Ο Πατριάρχης Μακάριος όμως είχε εμπιστοσύνη στο Κύριο και δεν ανησυχούσε διότι πίστευε ότι πάλι Εκείνος θα ενεργήσει, ώστε να αποκαλυφθεί ο Τίμιος Σταυρός Του.

Το θαύμα με την ημιθανή γυναίκα

Έτσι και έγινε. Εκείνες τις ήμερες κείτονταν ημιθανής μία πλούσια γυναίκα λόγω κάποιας βαριάς ασθένειας κι οι γιατροί είχαν αποφασίσει ότι δεν υπήρχε περίπτωση να ζήσει.

Αποφάσισαν λοιπόν να ακουμπήσουν επάνω της έναν έναν τους σταυρούς για να δουν εάν θα γίνει κάποιο θαύμα ώστε αυτή η γυναίκα να μπορέσει να θεραπευτεί.

Έτυχε μάλιστα να ακουμπήσουν επάνω της πρώτα τους σταυρούς των ληστών και δεν έγινε τίποτα. Όταν όμως από μακριά πλησίαζαν τον Σταυρό του Κυρίου, ω του θαύματος! η γυναίκα αμέσως συνήλθε και σηκώθηκε υγιής, λες και μόλις είχε σηκωθεί από τον ύπνο.

Βλέποντας το θαύμα αυτό, όλοι με ευλάβεια μεγάλη προσκύνησαν τον Σταυρό του Κυρίου και δόξασαν τον Θεό. Μόλις όμως διαδόθηκε το νέο στο λαό, όλοι οι Χριστιανοί ζητούσαν από τον Πατριάρχη να τους επιτρέψει να προσκυνήσουν κι αυτοί τον Σταυρό.

Μα λόγω του μεγάλου πλήθους αυτό ήταν αδύνατο, έτσι ό Πατριάρχης διέταξε και του έφτιαξαν ένα υψηλό άμβωνα και μόλις αυτός ετοιμάστηκε, πήρε στα χέρια του τον Τίμιο Σταυρό, ανέβηκε στον υψηλό άμβωνα και από εκεί ύψωσε τον Σταυρό όπου τον έβλεπαν όλοι οι χριστιανοί και με κατάνυξη φώναζαν ΚΥΡΙΕ ΕΛΕΗΣΟΝ.

Από την ήμερα αυτή, καθιερώθηκε να γιορτάζουμε στην Εκκλησία μας την Ύψωση του Τιμίου Σταυρού. Η Αγία Ελένη έπειτα πήρε τον Τίμιο Σταυρό μαζί της στην Κωνσταντινούπολη, αφού όμως άφησε μέρος αυτού στα Ιεροσόλυμα, στον Πατριάρχη Μακάριο.

Ο Σταυρός του Κυρίου είχε 4,50 μέτρα ύψος και 2,40 μέτρα πλάτος. Αναφέρεται, μάλιστα, ότι ενώ ο Σταυρός, από την ημέρα της εύρεσης του, τεμαχιζόταν σε απειροελάχιστα κομματάκια και δινόταν στους πιστούς για ευλογία, αυτός παρέμεινε ακέραιος και δε μειωνόταν καθόλου.

   Η Ελένη έκτισε ναούς στα σημαντικότερα προσκυνήματα της πίστης: στον Γολγοθά, στη Βηθλεέμ, στο Όρος των Ελαιών. Στην Κύπρο, λέγεται πως ίδρυσε το Σταυροβούνι, κατόπιν θεϊκής καθοδήγησης.

Η κληρονομιά τους σήμερα

Η συμβολή του Κωνσταντίνου και της Ελένης δεν περιορίστηκε στην πολιτική ή τη θρησκευτική σφαίρα. Άφησαν πίσω τους μια παρακαταθήκη που επηρέασε βαθιά τον πολιτισμό, την τέχνη, την οργάνωση της Εκκλησίας και τον τρόπο άσκησης εξουσίας για αιώνες.

Δεν είναι λοιπόν τυχαίο που μέχρι σήμερα, 1.700 χρόνια μετά, οι Έλληνες εξακολουθούν να τιμούν τα ονόματά τους με σεβασμό και αγάπη.