Η ΚΟΙΝΩΝΙΑ ΓΝΩΡΙΖΕΙ ΚΑΙ ΔΕΝ ΧΕΙΡΑΓΩΓΕΙΤΑΙ

31

Της Ζωής Αναστασοπούλου-

Υπ. Βουλευτής ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ

Ο κύριος Μητσοτάκης σε μία προσπάθεια να πείσει ότι κυβέρνησε άψογα, καταφεύγει στη δημιουργία ενός κλίματος τοξικότητας και πόλωσης. Μέσα από διαρκείς κινδυνολογίες προσπαθεί να πείσει την κοινωνία ότι η μόνη ασφαλής επιλογή στις προσεχείς εκλογές είναι αυτός και το κόμμα του. Χωρίς κανένα ρεαλιστικό και υπαρκτό πρόγραμμα επιδιώκει την επανεκλογή του εκτοξεύοντας δημαγωγικά πυροτεχνήματα. 

Δυστυχώς για τον κύριο Μητσοτάκη, η κοινωνία έχει καταλάβει τον παραπλανητικό του σχεδιασμό, παρά το γεγονός ότι με την προτροπή σύγκρισης των δυο περιόδων διακυβέρνησης, δηλαδή του ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ και της Νέας Δημοκρατίας μάταια προσπαθεί να οδηγήσει τον λαό σε μια ακόμα πλάνη με σκοπό την ψηφοθηρία. 

Όταν ο ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ ανέλαβε τη διακυβέρνηση της Χώρας το 2015 παρέλαβε μια Ελλάδα τσακισμένη οικονομικά ενώ η κοινωνία βρισκόταν παγιδευμένη στα προβλήματα της και βυθισμένη στην εσωστρέφεια. Η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ κλήθηκε να διαχειριστεί μια δύσκολη κατάσταση καθώς είχε να αντιμετωπίσει την Τρόϊκα αλλά και τους εγχώριους υποστηρικτές αυτής, που παρακαλούσαν για την αποτυχία του Ελληνικού προγράμματος. 

Παρά τις δυσκολίες η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ, μπόρεσε να προστατεύσει την πρώτη κατοικία, βρήκε δημοσιονομικό χώρο για να ενισχύσει τους αδύναμους συμπολίτες μας, κατάφερε να αφήσει στα ταμεία 37 δις ευρώ. Έχοντας επιτύχει πλεόνασμα η Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ χορήγησε 13η σύνταξη, δόθηκε με το ν.4368/2016 η δυνατότητα δωρεάν πρόσβασης σε όλες τις δημόσιες δομές υγείας για ανασφάλιστους και ευάλωτες κοινωνικές ομάδες ενώ καταργήθηκε η καταβολή εισιτηρίου 5€ στα τακτικά εξωτερικά ιατρεία, μειώθηκε ο ΕΝΦΙΑ κατά 10%, μειώθηκαν οι εισφορές υπέρ κυρίας ασφάλισης κατά 50% για νέους έως 25 ετών, καταργήθηκε ο υποκατώτατος μισθός και αυξήθηκε ο κατώτατος μισθός στο 11% τη στιγμή που ο πληθωρισμός ήταν κάτω από το 1%. Αυτό που μπορεί να διακρίνει κανείς είναι πως ο ΣΥΡΙΖΑ μπόρεσε στο μέτρο του δυνατού να στηρίξει την κοινωνία παρά τις αντιξοότητες. 

Ο Κύριος Μητσοτάκης, το 2019 παρέλαβε μια Ελλάδα, με διαχειρίσιμο χρέος, με ανάπτυξη 2,1% – τη στιγμή που έλεγε ότι δεν θα επιτευχθεί ανάπτυξη-, μια Ελλάδα εκτός μνημονίων, με ανακτημένη την εμπιστοσύνη των αγορών, με πρωτογενές πλεόνασμα και δημοσιονομική ασφάλεια 37 δις… παράλληλα είχε την δυνατότητα να κάνει χρήση οικονομικών πόρων της Ευρωπαϊκής Ένωσης, να έχει την ασφάλεια της δημοσιονομικής χαλαρότητας που αποφασίστηκε λόγω της πανδημικής κρίσης και να κινηθεί εν γενεί σε ένα πιο άνετο δημοσιονομικό περιβάλλον. Είχε στη διάθεση του όλα εκείνα τα «εργαλεία» για να διαχειριστεί και τις επιπτώσεις της πανδημίας και του πολέμου στην Ουκρανία. 

Το νεοφιλευθερο DNA της Νέας Δημοκρατίας του Κυριάκου Μητσοτάκη, φρόντισε να κάνει ό,τι ήταν δυνατό για να ευνοήσει τους κοντινούς πολιτικούς του φίλους και να ενισχύσει τις επιχειρηματικές δραστηριότητες και τα κέρδη τους, με αποτέλεσμα να τους οδηγήσει στην ανασφάλεια και την οικονομική στενότητα. Θα μπορούσε κανείς να γράφει για ώρες αυτά που δεν έκανε η Κυβέρνηση Μητσοτάκη στην τετραετή θητεία της. Ας εστιάσουμε στο τι έπραξε και οδήγησε την κοινωνία στην εσωστρέφεια και την οικονομική ανασφάλεια. 

  • Εν μέσω πανδημίας, με τους πολίτες κλεισμένους στα σπίτια τους, έσπευσε να ψηφίσει νόμο έκτρωμα για τα εργασιακά δικαιώματα έχοντας μάλιστα  νομοθετήσει έναν ιδιαίτερα σκληρό νόμο που αφορούσε τον νέο πτωχευτικό κώδικα. Ευνοώντας με τον τρόπο αυτό τους λίγους και ισχυρούς.
  • Άφησε χωρίς προστασία την πρώτη κατοικία και χωρίς καθορισμένες διαδικασίες ρύθμισης των κόκκινων δανείων. Ενώ ο εξωδικαστικός συμβιβασμός δεν λειτούργησε ποτέ καθώς ελάχιστες ήταν οι περιπτώσεις συνανθρώπων μας που μπόρεσαν να κάνουν χρήση αυτού. Με την πολιτική αυτή η περιουσία των πολιτών έμεινε απροστάτευτη και εύκολος στόχος για τις τράπεζες και τα funds.
  • Την ίδια στιγμή που η πρώτη κατοικία αφηνόταν βορά στα επιχειρηματικά συμφέροντα, βουλευτές και στελέχη της Νέας Δημοκρατίας έστηναν πάρτι αισχροκέρδειας με φτηνό τραπεζικό χρήμα (εύκολο δανεισμό) ώστε να μπορούν να συμμετέχουν σε πλειστηριασμούς. Παράλληλα οι απευθείας αναθέσεις ήταν εκτός ελέγχου ικανοποιώντας με τον τρόπο αυτό για ακόμα μια φορά τα ισχυρά επιχειρηματικά συμφέροντα.
  • Ενώ το ΕΣΥ πληττόταν από το σφυροκόπημα της πανδημίας οι Υπουργοί Υγείας άφηναν τα νοσοκομεία απροστάτευτα με τραγικές ελλείψεις και μη μόνιμες προσλήψεις και παράλληλα έκλειναν το μάτι στους ιδιοκτήτες των ιδιωτικών κλινικών.  Το αποτέλεσμα ήταν η Ελλάδα να βρίσκεται στις πρώτες θέσεις θανάτων ανά εκατομμύριο κατοίκους στην Ευρώπη.
  • Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας στον τομέα της ενέργειας εφάρμοσε μια πολιτική άκρως νεοφιλελεύθερη δίχως πλάνο και πρόγραμμα. Έσπευσε να καταργήσει τις μονάδες παραγωγής ηλεκτρικής ενέργειας που λειτουργούσαν με λιγνίτη και στήριξε όλη την παραγωγή ηλεκτρισμού σε Ανανεώσιμες Πηγές Ενέργειας και στο Ρωσικό φυσικό αέριο. Ενώ θα μπορούσε να έχει ζητήσει να εξαιρεθεί του μέτρου κατάργησης των εργοστασίων λιγνίτη όπως έκαναν άλλες Ευρωπαϊκές Χώρες (βλέπε Πολωνία). Αυτή η πολιτική σε απόλυτη συνάφεια με τον πόλεμο στην Ουκρανία είχε ως τραγικό αποτέλεσμα οι πολίτες να πληρώνουν αυξημένους λογαριασμούς ρεύματος βάσει της ανεξέλεγκτης ρήτρας αναπροσαρμογής.
  • Καθώς οι πολίτες πάθαιναν συνεχή ηλεκτροσόκ από το κόστος κατανάλωσης ηλεκτρικού ρεύματος η κυβέρνηση Μητσοτάκη άφηνε τους παρόχους ηλεκτρικής ενέργειας να πλουτίζουν γιατί δεν τολμούσε να  φορολογήσει τα υπερκέρδη τους. Και μόνο κατόπιν καταγγελιών της αντιπολίτευσης υποσχέθηκε να το πράξει χωρίς όμως υφιστάμενα αποτελέσματα.
  • Παράλληλα με την ηλεκτρική ενέργεια, το κόστος των καυσίμων εκτοξεύτηκε και αυτό στα ύψη, με αποτέλεσμα οι καταναλωτές να δυσκολεύονται να χρησιμοποιήσουν τα οχήματα τους και κυρίως να θερμάνουν τις κατοικίες τους. Ενώ οι αγρότες και οι επιχειρήσεις είδαν το κόστος παραγωγής να αυξάνεται με ότι αυτό συνεπαγόταν για τη βιωσιμότητα τους. Η κυβέρνηση Μητσοτάκη συνέχιζε να διατηρεί τον υψηλό φόρο κατανάλωσης στα καύσιμα ενώ παράλληλα έδινε κουπόνια των 20€ σε κάποιους πολίτες προσπαθώντας να πείσει την κοινή γνώμη ότι είναι δίπλα στην κοινωνία χωρίς όμως να έχει το θάρρος να πει ότι από τα 20€ της αξίας των καυσίμων που έδινε στον πολίτη θα εισέπραττε σχεδόν το 50% της αξίας τους από τον φόρο. 
  • Το εκρηκτικό μίγμα αύξησης της τιμής ενέργειας και καυσίμων όπως είναι φυσικό οδήγησε τις τιμές των προϊόντων στο ράφι των supermarket σε αλλεπάλληλες αυξήσεις. Ο Υπουργός Ανάπτυξης, χωρίς συστολή για τη δήθεν σωτήρια ανακάλυψη του, λησμονώντας το αστείο του κύριου Μητσοτάκη, το 2019 όταν κατηγορούσε την Κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ για την επιδοματική πολιτική της, λέγοντας «ξημερώματα δίνουν επιδόματα», ανακοίνωσε την παροχή FoodPass, δηλαδή κουπόνι για το supermarket, αφήνοντας όμως τον ΦΠΑ στο υψηλό 24% και αδυνατώντας να ελέγξει την αισχροκέρδεια περιορίζοντας τον έλεγχο και την επιβολή των κυρώσεων σε κάποια μεμονωμένα περιστατικά.
  • Δεν γίνεται όμως να ξεχάσει κανείς την ασέβεια της Κυβέρνησης Μητσοτάκη στους θεσμούς και τις αξίες μιας ευνομούμενης πολιτείας. Παρακολουθήσεις, υποκλοπές, εφαρμογή της νομοθεσίας αλά καρτ και γενικότερα μια αντίληψη ιδιοκτησίας του κράτους ήταν αυτό που βιώσαμε από την τετραετή θητεία της Νέας Δημοκρατίας.

Η πολιτική της απερχόμενης Κυβέρνησης είχε επομένως δυο μοντέλα λειτουργίας.

 Το ένα που αφορούσε τους πολίτες ήταν αυτό το «πάμε και όπου βγει» ενώ το άλλο αφορούσε τα προσωπικά οφέλη και τις εξυπηρετήσεις των πολιτικών της φίλων ήταν «όσο περισσότερα τόσο το καλύτερο».

Όσο λοιπόν και αν προσπαθεί η Νέα Δημοκρατία να εκβιάσει και να απειλήσει τους πολίτες ότι αν δεν την επανεκλέξουν θα καταστραφεί η Χώρα, οι πολίτες γνωρίζουν την αλήθεια και δεν εξαναγκάζονται.

 Οι πολίτες γνωρίζουν, ποιος οδήγησε τη Χώρα στα μνημόνια, ποιοι προσπάθησαν και κατάφεραν να βγάλουν τη Χώρα από αυτά, ποιοι υπονόμευσαν το μέλλον εκτοξεύοντας το χρέος στα 400 δις ευρώ και βολεύοντας συγγενείς, φίλους και κουμπάρους.

Στις 21 Μαΐου οι πολίτες της Ελλάδας θα αποδείξουν στον κύριο Μητσοτάκη και στα υπόλοιπα μέλη της «Μαξίμου Α.Ε» ότι η δημαγωγία και ο λαϊκισμός τους τελείωσε οριστικά! Η Χώρα έχει ανάγκη από την προοδευτική διακυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ ΠΣ για να μπορέσει η κοινωνία να ανασάνει, να ζήσει αξιοπρεπώς και όχι απλά να επιβιώνει.