Ενεργειακή κρίση: Πότε θα δούμε ελάφρυνση στους λογαριασμούς ρεύματος

Στις επιδοτήσεις ρεύματος θα συνεχίσουν να στηρίζονται και τους επόμενους μήνες τα ελληνικά νοικοκυριά και οι επιχειρήσεις, για να αντιμετωπίσουν τις μεγάλες ανατιμήσεις στην ηλεκτρική ενέργεια, ελπίζοντας πλέον σε ελάφρυνση των τιμολογίων από τον Αύγουστο ή τον Σεπτέμβριο ανάλογα με τον κύκλο τιμολόγησης των προμηθευτών.

Την ώρα που η ακρίβεια απλώνει απειλητικά τα πλοκάμια της και στον τομέα των καυσίμων, σε μια περίοδο μάλιστα που οι μετακινήσεις λόγω της καλοκαιρινής περιόδου αυξάνονται, οι καταναλωτές περιμένουν να υλοποιηθούν οι κυβερνητικές εξαγγελίες για πλαφόν στη χονδρεμπορική τιμή του ρεύματος που αναμένεται, με βάση τους σχεδιασμούς του ΥΠΕΝ, να τεθεί σε εφαρμογή, εκτός απροόπτου, μέσα στον Ιούλιο.

Από τα μέσα του επόμενου μήνα αναμένεται να ενεργοποιηθεί και η πλατφόρμα που θα υποδεχτεί τις αιτήσεις των πολιτών που πληρούν τα εισοδηματικά κριτήρια και θα μπορούν να υποβάλουν αίτηση για να λάβουν την επιστροφή του 60% του αυξημένου κόστους ρεύματος που έχουν χρεωθεί από 1ης Δεκεμβρίου έως 31 Μαΐου 2022 και μέχρι το ποσό των 600 ευρώ.

Οι πολιτικές για ξεφούσκωμα των λογαριασμών θα συνεχιστούν, αλλά με το βλέμμα στραμμένο στον επερχόμενο δύσκολο χειμώνα. Ο πρωθυπουργός δήλωσε ξεκάθαρα στο Οικονομικό Φόρουμ στο Νταβός τις προηγούμενες ημέρες ότι την πρόταση για ευρωπαϊκή λύση θα την επαναφέρει στη Σύνοδο Κορυφής στα τέλη Μαΐου. Οπως είπε, η Ε.Ε. πρέπει μεν να συνεχίσει την πράσινη μετάβαση, «αλλά πρέπει επίσης να αποφασίσει τι θα κάνει την επόμενη μέρα, αύριο, τους επόμενους τρεις μήνες. Τι θα κάνει και τον χειμώνα για να στηρίξει τους πολίτες».
Ο κ. Μητσοτάκης εξέφρασε μάλιστα την άποψη ότι η Ε.Ε. μπορεί να επιβάλει πλαφόν στη χονδρική του φυσικού αερίου σε συνεργασία με τις ΗΠΑ, που είναι από τους μεγαλύτερους προμηθευτές LNG.

Το ελληνικό σχέδιο

Με κεντρική πολιτική γραμμή να συνεχίσει να θωρακίζει τα ελληνικά νοικοκυριά από τις αλλεπάλληλες ανατιμήσεις, η κυβέρνηση προχωρεί στην υλοποίηση του δικού της μηχανισμού, με διαφοροποιημένο σχεδιασμό από εκείνον που αρχικά είχε εξαγγελθεί.

Πρόκειται για αλλαγές που υποχρεώθηκε να κάνει καθ’ υπόδειξη της Κομισιόν το υπουργείο Περιβάλλοντος και Ενέργειας και χωρίς τις ουσιαστικές τροποποιήσεις που είχε προτείνει στις τιμές που αγοράζουν την ενέργεια οι προμηθευτές. Το σχέδιο, όπως αρχικά είχε ανακοινωθεί, προέβλεπε ένα έμμεσο πλαφόν στη λιανική αγορά, το οποίο θα εφαρμοζόταν με διπλή εκκαθάριση της αγοράς ηλεκτρισμού, ώστε οι προμηθευτές να αγοράζουν σε τιμή χαμηλότερη από την οριακή τιμή που καθορίζουν σήμερα οι ακριβές μονάδες του φυσικού αερίου.
Με βάση την άσκηση εκείνη, η ομάδα που σχεδίασε την αρχιτεκτονική του μηχανισμού είχε υπολογίσει ότι μπορεί να ρίξει αισθητά το κόστος της χονδρεμπορικής τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας στα επίπεδα των 150-160 ευρώ ανά μεγαβατώρα, από 240 ευρώ/MW που είναι σήμερα.
Στον πυρήνα αυτού του σχεδιασμού στήθηκε και η ρητορική της κατάργησης της ρήτρας αναπροσαρμογής. Η κυβέρνηση έχει υποσχεθεί την κατάργησή της, όμως με τη δομή των νέου μηχανισμού και τις ανατιμήσεις στην αγορά, πολλοί αναρωτιούνται με ποιον τρόπο θα μπορούσε να συμβεί αυτό χωρίς να έχει επιπτώσεις στον κλάδο της προμήθειας.

Ο μηχανισμός

Με βάση την έγκριση που πήρε ο ελληνικός μηχανισμός από την Ε.Ε., η Κομισιόν (DG Energy, DG Comp) ανοίγει τον δρόμο για επιβολή ανώτατης τιμής αποζημίωσης στις μονάδες ηλεκτροπαραγωγής με ένα μοντέλο που θα διαχειριστεί το Χρηματιστήριο Ενέργειας. Το πλαφόν θα καθοριστεί με βάση το μεταβλητό κόστος κάθε μονάδας συν ένα εύλογο κέρδος. Θα είναι διαφορετικό για κάθε τεχνολογία (λιγνίτες, φυσικό αέριο, ΑΠΕ, νερά) αλλά όχι αμετάβλητο, καθώς σε ημερήσια βάση θα υπολογίζεται με βάση εξωγενείς παράγοντες, όπως είναι οι διεθνείς τιμές του φυσικού αερίου και τα δικαιώματα ρύπων. Ο μαθηματικός τύπος αυτού του μηχανισμού έχει ήδη εγκριθεί από την Ε.Ε.

Με την τιμή αυτή θα αμείβονται οι ηλεκτροπαραγωγοί στην Αγορά Επόμενης Ημέρας και όχι σύμφωνα με τη χρηματιστηριακή τιμή που διαμορφώνεται κάθε μέρα (Τιμή Εκκαθάρισης Αγοράς – ΤΕΑ).

διαφορά μεταξύ της αποζημίωσης και της χρηματιστηριακής τιμής της ηλεκτρικής ενέργειας, η οποία μέχρι σήμερα χρηματοδοτούσε στις επιχειρήσεις την προμήθεια (δηλαδή την εμπορική πολιτική των εκπτώσεων στην αγορά) μεταφέρεται στο Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης και θα αξιοποιείται για τη χρηματοδότηση των μέτρων στήριξης των καταναλωτών και τη μείωση των επιπτώσεων της διεθνούς ενεργειακής κρίσης. Εμπλουτίζει με άλλα λόγια τους μηχανισμούς άντλησης εσόδων, μαζί με τα δικαιώματα ρύπων, τα πλεονάσματα των ΑΠΕ και τα ΥΚΩ, για τη στήριξη των πολιτών.

Για τους προμηθευτές δεν αλλάζει κάτι, καθώς θα συνεχίσουν να αγοράζουν ενέργεια με βάση τη χρηματιστηριακή τιμή που διαμορφώνεται στην Αγορά Επόμενης Ημέρας. Με την ίδια τιμή θα συνεχίσει να γίνεται και το διασυνοριακό εμπόριο, αποτελώντας ένα εναλλακτικό σχέδιο του υπουργείου Περιβάλλοντος και Ενέργειας για να ξεπεράσει τα κοινοτικά εμπόδια και να μην επηρεάσει το οικοδόμημα της ενιαίας αγοράς ενέργειας (target model) που είναι το ζητούμενο για την Κομισιόν.

Περιορίζεται η ρευστότητα της αγοράς

Η αγορά ενέργειας αντιμετωπίζει με σκεπτικισμό τα νέα μέτρα, υποστηρίζοντας ότι για να υποχωρήσουν οι τιμές στα προ κρίσης επίπεδα (0,15 λεπτά ανά κιλοβατώρα), όπως έχει σχεδιάσει η κυβέρνηση, θα χρειαστεί ένα γενναίο πακέτο χρηματοδότησης που στελέχη της αγοράς προσδιορίζουν σε 5 δισ. για τον επόμενο χρόνο εάν οι τιμές του φυσικού αερίου διατηρηθούν στα επίπεδα των 100 ευρώ ανά μεγαβατώρα. Κυβερνητικοί παράγοντες υπολογίζουν σε περίπου 2 δισ. τα έσοδα από τα υπερκέρδη στον τομέα της ηλεκτροπαραγωγής για τον επόμενο χρόνο, επομένως θα χρειαστούν πρόσθετα κονδύλια από άλλες πηγές (Προϋπολογισμός, Ταμείο Ανάκαμψης) για να κρατήσουν σε επίπεδα προ κρίσης τα τιμολόγια ηλεκτρισμού. Ο υπουργός Περιβάλλοντος και Ενέργειας Κώστας Σκρέκας έχει προσδιορίσει για το επόμενο εξάμηνο ότι το σύνολο της οικονομικής ενίσχυσης για τους λογαριασμούς ρεύματος θα προσεγγίσει τα 3,2 δισ. ευρώ μαζί με τις επιδοτήσεις από τον Προϋπολογισμό και το Ταμείο Ενεργειακής Μετάβασης.

Σοβαρό μειονέκτημα του νέου μηχανισμού, σύμφωνα με στελέχη της αγοράς, είναι ότι θα περιορίσει τη ρευστότητα στις επιχειρήσεις, την οποία μέχρι σήμερα αντλούσαν από την παραγωγή. Oπως εκτιμούν, αυτή η πολιτική θα οδηγήσει και σε αλλαγή της στάσης των επιχειρήσεων απέναντι στους καταναλωτές, καθώς λόγω της περιορισμένης ρευστότητας θα χρειαστεί να εξαντλήσουν την αυστηρότητά τους στις ευκολίες πληρωμών αλλά και στις διακοπές. Στελέχη του κλάδου εκτιμούν μάλιστα ότι αν συνεχίσει το ράλι των τιμών, οι προμηθευτές που έχουν εξαντλήσει την άντληση κεφαλαίων μέσω τραπεζών και μετόχων θα επανεξετάσουν τη θέση τους στην αγορά του retail.

Σχετικά Άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ