ΑρχικήΕλλάδαΤο μοντέλο στήριξης των ηλικιωμένων από τους νέους τελειώνει σταδιακά λόγω του...

Το μοντέλο στήριξης των ηλικιωμένων από τους νέους τελειώνει σταδιακά λόγω του δημογραφικού: Απροετοίμαστοι για τα γεράματά μας

Προσθέστε το Protinews.com.gr στις προτιμήσεις σας ακολουθώντας μας στη Google

Add Protinews.com.gr on Google

*Μια γενιά που γερνάει φτωχότερη σε σχέση με τους γονείς της και με λιγότερα ή καθόλου παιδιά πρέπει να στηριχθεί στις δικές της δυνάμεις.

*Σε 30 με 40 χρόνια ο πληθυσμός της χώρας θα συρρικνωθεί από 1,95 έως και 2,45 εκατομμύρια περίπου σε σχέση με σήμερα.

Η ανατροφή των παιδιών τελειώνει και έπειτα από λίγα χρόνια ξεκινάει η φροντίδα των ηλικιωμένων γονέων. Μερικές φορές, δε, οι υποχρεώσεις φροντίδας παιδιών και γονέων συμπίπτουν χρονικά. Αυτή είναι η πραγματικότητα για πολλές οικογένειες στην Ελλάδα, καθώς η μοναδική λύση που ξέρουν από τους γηραιότερους για την υποστήριξη της τρίτης ηλικίας είναι προσωπικές θυσίες και επίπονη οικονομική συνδρομή, αφού η σύνταξη από μόνη της δεν επαρκεί για την κάλυψη των αυξημένων αναγκών. Στην ελληνική οικογένεια, το μοντέλο φροντίδας των ηλικιωμένων πατούσε ανέκαθεν γερά στη διαγενεακή αλληλεγγύη, ενώ τα τελευταία χρόνια στηρίζεται επικουρικά σε ακριβοθώρητους φροντιστές, κατά κύριο λόγο αλλοδαπούς, αφού το επάγγελμα στη χώρα ασθενεί. Αλλωστε, περισσότεροι από οκτώ στους δέκα ανθρώπους που ζουν σε νοικοκυριά με ανάγκη μακροχρόνιας φροντίδας στην Ελλάδα δεν λαμβάνουν επαγγελματική φροντίδα στο σπίτι, σύμφωνα με στοιχεία της Eurostat για το 2024.

Ωστόσο οι σημερινοί τριαντάρηδες, σαραντάρηδες και πενηντάρηδες θα έχουν να αντιμετωπίσουν μία διαφορετική πραγματικότητα, όταν σε μερικές δεκαετίες φτάσουν στα δικά τους γεράματα. Μια γενιά που γερνάει φτωχότερη σε σύγκριση με τους γονείς και τους παππούδες της, με λιγότερα παιδιά και μικρότερο οικογενειακό κύκλο, στατιστικά «καταδικασμένη» να ζήσει και να αυτοσυντηρηθεί περισσότερο, θα πρέπει να στηριχθεί στους καρπούς των δικών της αποφάσεων. Πρακτικά, η διαγενεακή αλληλεγγύη δεν μπορεί να συνεχιστεί στον ίδιο βαθμό με σήμερα, καθώς δεν το επιτρέπουν ούτε ο τρόπος ζωής που επιλέγουν οι σημερινοί νέοι ούτε τα οικονομικά τους. Και το μεγαλύτερο πρόβλημα είναι ότι οι νέες συνθήκες μπορεί να πιάσουν το κράτος και τους ίδιους απροετοίμαστους.
Καθοριστικό στοιχείο για τις συνθήκες της καθημερινότητας τις επόμενες δεκαετίες είναι η σημαντική άνοδος του προσδόκιμου ζωής. Ερευνα της UBS υπολογίζει ότι από 78 έτη το 2020 και 82 έτη σήμερα, το προσδόκιμο θα ανέλθει στα 91 έτη το 2100, παρατείνοντας την περίοδο συνταξιοδότησης. Το δεδομένο αυτό γίνεται προβληματικό όταν συνδυαστεί με την ταυτόχρονη μείωση της γονιμότητας, με τα στοιχεία της ΕΛΣΤΑΤ να δείχνουν πτώση των καταγεγραμμένων γεννήσεων από 114.766 το 2010 σε 65.618 το 2025. Ηδη, η αναλογία των ατόμων άνω των 65 ετών ως προς τα παιδιά καταγράφει σταθερή αύξηση μετά την πανδημία. Παράλληλα, αναδύονται νέα οικογενειακά μοντέλα, τα οποία αναπόφευκτα θα επηρεάσουν το μελλοντικό μοντέλο φροντίδας των ηλικιωμένων. Τα μονοπρόσωπα νοικοκυριά αυξήθηκαν κατά 32% μεταξύ 2011 και 2021, τα διαζύγια παραμένουν σε υψηλά επίπεδα (15.853 το 2025), ενώ πληθαίνουν τα ζευγάρια που επιλέγουν να κάνουν ένα ή κανένα παιδί.
Αλληλένδετη με τα δημογραφικά στοιχεία είναι η οικονομική κατάσταση των νοικοκυριών. Οσοι βρίσκονται σε ηλικία εργασίας δεν έχουν τις οικονομικές δυνατότητες που είχαν οι γονείς και οι παππούδες τους, αδυνατώντας να αποταμιεύσουν με άνεση για το μέλλον τους, πόσο μάλλον να υποστηρίξουν επιπλέον γενιές. Οι μισθοί παραμένουν χαμηλότεροι μετά την κρίση και η αγοραστική δύναμη συμπιέζεται από τον επίμονο πληθωρισμό. Πρόσθετο εμπόδιο αποτελούν η αστικοποίηση και η αυξανόμενη στροφή προς την ενοικίαση, καθώς η ακριβή στέγη περιορίζει τη δυνατότητα των νεότερων γενιών να αποκτήσουν δική τους κατοικία. Οι συνθήκες αυτές δυσχεραίνουν τόσο τη φιλοξενία όσο και την παροχή οικονομικής στήριξης προς τους ηλικιωμένους γονείς.
Πώς ετοιμάζεται λοιπόν για τα γεράματα μία γενιά που θα ζήσει σε μια διαφορετική Ελλάδα; «Οι ελάχιστοι που έχουν την πρόνοια και τη δυνατότητα να κάνουν σωστό οικονομικό προγραμματισμό, θα ζήσουν και θα πεθάνουν αξιοπρεπώς», δήλωσε στην «Κ» ο καθ. Βύρων Κοτζαμάνης, διευθυντής ερευνών στο Ινστιτούτο Δημογραφικών Ερευνών και Μελετών, λέγοντας ότι σε έναν κόσμο με δημογραφικό πρόβλημα, τα νοικοκυριά πρέπει να εστιάσουν σε τέσσερα κρίσιμα πεδία. Κατ’ αρχάς, οφείλουν να φροντίσουν για τη χρηματοδότηση της μεγαλύτερης περιόδου συνταξιοδότησης. Οπως εξήγησε ο κ. Κοτζαμάνης σε πρόσφατη εκδήλωση της Hellenic Financial Planners Association, το δημογραφικό θα ασκήσει τεράστιες πιέσεις στο δημόσιο συνταξιοδοτικό σύστημα, υποχρεώνοντας τα νοικοκυριά να δημιουργούν από νωρίς συμπληρωματικές αποταμιεύσεις, ώστε να διατηρήσουν το βιοτικό τους επίπεδο μετά την έξοδο από την εργασία. Δεύτερον, θα πρέπει να προετοιμαστούν για τις αυξημένες ιατρικές δαπάνες με επαρκή οικονομικά αποθέματα ή προσήκουσα ασφαλιστική κάλυψη για το ενδεχόμενο εμφάνισης χρόνιων ασθενειών που αυξάνεται με την ηλικία. Τρίτον, άμεσα συνδέεται και η προετοιμασία για αυξημένες δαπάνες φροντίδας, αν δηλαδή προκύψει ανάγκη προσαρμογής της κατοικίας και παροχής κατ’ οίκον βοήθειας, εξάρτηση ή απώλειας της αυτονομίας. Τέλος, η αύξηση του προσδόκιμου ζωής επηρεάζει την κληρονομική διαδοχή και τη μεταβίβαση περιουσίας. Οι κληρονομιές θα μεταβιβάζονται πιθανότατα σε μεγαλύτερες ηλικίες, πολλές φορές ακόμα κι όταν οι κληρονόμοι θα βρίσκονται κοντά στη συνταξιοδότηση. Ετσι, σύμφωνα με τον κ. Κοτζαμάνη, τα νοικοκυριά καλούνται να επανεξετάσουν τη διαχείριση της περιουσίας τους και να υιοθετήσουν πιο σταδιακές στρατηγικές μεταβίβασης του πλούτου, ώστε να προσαρμοστούν καλύτερα στις ανάγκες των διαφορετικών γενεών.

Σημαντικά συμπεράσματα από τα δημογραφικά δεδομένα

Συνολικά, τα δημογραφικά δεδομένα υποχρεώνουν τα νοικοκυριά να ετοιμαστούν για γεγονότα, τα οποία μπορεί να προκύψουν σε πολύ μεγαλύτερο χρονικό ορίζοντα απ’ ό,τι στο παρελθόν. Συγκεκριμένα, για τους σημερινούς εργαζομένους η πίεση σωστής προετοιμασίας εντείνεται, καθώς όχι μόνο θα ζήσουν περισσότερο και πιθανώς περισσότερα χρόνια εκτός εργασίας, αλλά μπορεί να μην έχουν στενό οικογενειακό κύκλο με δυνατότητα να συνδράμει οικονομικά. Οικονομολόγοι τονίζουν στην «Κ» ότι ένα μεγαλύτερο κομμάτι των αποταμιεύσεων θα πρέπει να ενισχύει το κεφαλαιοποιητικό σκέλος της σύνταξης είτε σε δημόσιο είτε σε ιδιωτικό επίπεδο. Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι τα προγράμματα εθελοντικής μακροχρόνιας αποταμίευσης για ενηλίκους και για παιδιά. Επίσης, αναλυτές επισημαίνουν την ανάγκη επένδυσης σε επικουρικά προγράμματα μακροχρόνιας φροντίδας. «Σταδιακά όσο μπορούμε, πρέπει να στήνουμε έναν κουμπαρά της οικογένειας, γιατί δεν μπορούμε να βασιζόμαστε στη στήριξη του κράτους», ανέφερε χαρακτηριστικά οικονομολόγος στην «Κ», αναγνωρίζοντας βέβαια τη δυσκολία αποταμίευσης στις νέες γενιές.

Άλλωστε, τα στοιχεία τεκμηριώνουν ότι είμαστε απροετοίμαστοι και σε επίπεδο προγραμμάτων μακροχρόνιας φροντίδας, ιδιωτικής ασφάλισης και εθελοντικών συνταξιοδοτικών προγραμμάτων. Σύμφωνα με δεδομένα του ΟΟΣΑ, το 2023 οι συνολικές δαπάνες για μακροχρόνια φροντίδα στην Ελλάδα ήταν χαμηλότερες από το 0,5% του ΑΕΠ, έναντι 1,8% κατά μέσον όρο στις χώρες του οργανισμού. Παράλληλα, στην Ελλάδα αντιστοιχούσαν μόλις 0,2 εργαζόμενοι μακροχρόνιας φροντίδας ανά 100 άτομα ηλικίας 65 ετών και άνω, έναντι 5 κατά μέσον όρο στον ΟΟΣΑ. Οι προβολές των δημογράφων σκιαγραφούν τις συνθήκες που θα επικρατούν στην Ελλάδα σε 30 με 40 χρόνια. Με τις γεννήσεις να παραμένουν λιγότερες από τους θανάτους, ο πληθυσμός θα συρρικνωθεί από 1,95 έως και 2,45 εκατομμύρια περίπου σε σχέση με σήμερα. Η μοναδική ηλικιακή ομάδα που θα αυξηθεί θα είναι οι ηλικιωμένοι κατά περίπου 750.000, ξεπερνώντας τα 3,1 εκατομμύρια, ενώ οι υπόλοιποι θα μειωθούν κατά περίπου 2,7 εκατομμύρια. Η μεγαλύτερη απώλεια δε θα αφορά τους πολύ νέους έως 20 ετών. Διαμορφώνεται έτσι μία κοινωνία με περίπου 4 εκατομμύρια άτομα σε ηλικία εργασίας από τα περίπου 6 εκατομμύρια που σήμερα έχουν τη δυνατότητα να συντηρήσουν το συνταξιοδοτικό σύστημα. «Σε μία οικονομία στην οποία υπάρχουν λιγότεροι εργαζόμενοι, είναι φοβερά δύσκολο να σκεφτεί κανείς την καθημερινότητα όπως την έχουμε συνηθίσει. Πρώτον, ποιος θα δουλεύει και ποιος θα παράγει; Δεύτερον, ποιος θα καινοτομεί; H καινοτομία έρχεται από νέους ανθρώπους», δήλωσε στην «Κ» ο Μάνος Ματσαγγάνης, καθηγητής Δημόσιας Οικονομικής στο Πολυτεχνείο του Μιλάνου και επικεφαλής του Προγράμματος Ευρωπαϊκής Οικονομίας του ΕΛΙΑΜΕΠ, επισημαίνοντας τα προβλήματα μιας γερασμένης κοινωνίας.

Δεδομένου ότι το δημογραφικό αποτελεί παγκόσμιο πρόβλημα, υπάρχει μία σειρά από παραδείγματα μέτρων στις ανεπτυγμένες οικονομίες, τα οποία όμως οι οικονομολόγοι κρίνουν σε μεγάλο βαθμό αναποτελεσματικά. Οι δημογραφικές τάσεις μέχρι τα μέσα του αιώνα θεωρούνται μη αναστρέψιμες, εκτός ακραίων αλλαγών, και συνεπώς παρεμβάσεις όπως voucher για παιδικούς σταθμούς, γονικές άδειες, φορολογικές απαλλαγές, επιδόματα παιδιού και επιδόματα γέννησης, μπορούν μόνο να συγκρατήσουν την ταχύτητα του ρυθμού γήρανσης του πληθυσμού.
Πάντως, την ευημερία μιας κοινωνίας που γερνάει μπορεί να στηρίξει η υψηλότερη παραγωγικότητα μέσω επενδύσεων αυτοματοποίησης και τεχνητής νοημοσύνης, όπως δήλωσε στην «Κ» ο Πάνος Τσακλόγλου, καθηγητής στο Τμήμα Διεθνών και Ευρωπαϊκών Οικονομικών Σπουδών του Οικονομικού Πανεπιστημίου Αθηνών. Επίσης, η μετανάστευση έχει τη δυνατότητα να συμβάλει ουσιαστικά στην προσαρμογή στις νέες δημογραφικές συνθήκες, εφόσον οι δεξιότητες των μεταναστών ανταποκρίνονται στις ανάγκες της οικονομίας και υποστηρίζεται η οικονομική και κοινωνική ένταξή τους. Τέλος, ο κ. Τσακλόγλου ως βασικός αρχιτέκτονας του ΤΕΚΑ (Ταμείο Επικουρικής Κεφαλαιοποιητικής Ασφάλισης) ανέδειξε τη σημασία του κεφαλαιοποιητικού συστήματος για την αξιοπρεπή διαβίωση των μελλοντικών συνταξιούχων. Σύμφωνα με τον ίδιο, το κεφαλαιοποιητικό σύστημα επιμερίζει διαφορετικά τους κινδύνους, προσφέροντας παράλληλα, κατά μέσον όρο, υψηλότερες αποδόσεις σε σχέση με το διανεμητικό. Επιπλέον, ενισχύει την αποταμίευση, μέρος της οποίας μπορεί να κατευθυνθεί σε εγχώριες επενδύσεις, ενώ μπορεί να λειτουργήσει ως μοχλός περιορισμού της παραοικονομίας και ενίσχυσης της εμπιστοσύνης στο συνταξιοδοτικό σύστημα συνολικά.

Πηγή: Η Καθημερινή