Τόπος αλληλοβοήθειας και κοινωνικής συναναστροφής η παλιά γειτονιά

Μια νοσταλγική αναδρομή από τον πολιτιστικό σύλλογο Καλίδονας

Ως τόπο αλληλοβοήθειας και κοινωνικής συναναστροφής, χαρακτηρίζει τη γειτονιά ο πολιτιστικός σύλλογος Καλίδονας «Σάρενα».

Μεταξύ άλλων, αναφορικά με τις παραδοσιακές  γειτονιές που στις ημέρες μας εκλείπουν εντελώς, εκ μέρους του  συλλόγου αναφέρονται τα εξής:

«Στις γειτονιές του χωριού μας, που έμειναν στις μνήμες όλων μας με τις καλύτερες αναμνήσεις, με τα καλύτερα βιώματα, με χαρές και λύπες. Στις γειτονιές μας αυτές το αίσθημα της αλληλοβοήθειας ήταν πολύ έντονα ανεπτυγμένο. Η συμμετοχή των κατοίκων της γειτονιάς στις ευχάριστες, αλλά και δυσάρεστες στιγμές των οικογενειών ήταν πάνω από όλες τις άλλες υποχρεώσεις που είχαν. Μη ξεχνάμε, άλλωστε και τις παροιμίες, που βγήκαν για τις γειτονιές, όπως «Πρώτα θα δεις το γείτονα και μετά τον ήλιο», «Άζωστος τρέχει ο γείτονας και ο συγγενής ζωσμένος» και τόσες άλλες.

Αρχικά, η Καλίδονα, όταν χτίστηκε μετά την καταστροφή της «Σάρενας» από τον Ιμπραήμ, ήταν χωρισμένη σε δύο γειτονιές: την πέρα, «των Δουκαίων», και τη δώθε, στην είσοδο του χωριού, των «Πουρναίων». Οι δυο αυτές οικογένειες ήταν οι παλιότερες της «Σάρενας», μαζί με τους Αλεξοπουλαίους. Οι Αλεξαίοι έφτιαξαν τα σπίτια τους μέσα στην γειτονιά των «Πουρναίων», αλλά επικράτησε να λέγεται η «Πουρναίϊκη γειτονιά», επειδή είχαν την πλειοψηφία.

Σε όλες αυτές τις γειτονιές, που ήταν ασπρισμένες και πολύ καθαρές, γεμάτες από λουλούδια, τον κύριο λόγο τον είχαν οι γυναίκες. Μαζευόταν κάθε βράδυ να κουβεντιάσουν, να μάθουν νέα, αλλά και να κάνουν κοινωνική κριτική, το λεγόμενο «κουτσομπολιό» -άλλοτε με την καλή έννοια, και άλλοτε με την κακή-.

Το καλοκαίρι, που έπρεπε να τρίψουν το καλαμπόκι ή να ξάνουν μαλλιά, συγκεντρώνονταν αρκετές γυναίκες και δούλευαν με τα χέρια ή με αυτοσχέδια εργαλεία. Για το καλαμπόκι είχαν επινοήσει τη λεγόμενη «γκριτσάλα» και για τα μαλλιά τα «λανάρια». Ακουγόταν κάθε τόσο «Σήμερα θα πάμε στα «Τζιαραίϊκα» έχουμε ξέλαση για το καλαμπόκι». Η μεγαλύτερη πάντα είχε τον κύριο λόγο, καθοδηγώντας τις νεότερες. Φυσικά, τα αστεία τους δεν τα ξεχνούσαν. Έλεγαν αστείες ιστορίες, άλλοτε σατιρικά τραγούδια και άλλοτε γλωσσοδέτες. Έτσι, περνούσαν τη βραδιά τους ευχάριστα και η δουλειά τελείωνε χαρούμενα, δίχως να καταλάβουν κούραση.

Σε κάθε γειτονιά ακούγονταν παιδικές φωνές. Συνήθως, τις απογευματινές ώρες τα παιδιά έβγαιναν όλα στις γειτονιές και τα παιχνίδια τους συνεχίζονταν κάτω από το φως του φεγγαριού. Δεν υπήρχε φόβος για τίποτα. Όταν νύχτωνε άκουγες από κανά παράθυρο τη μάνα να φωνάζει: «Για μαζευτείτε τώρα… Φτάνει πιά… Αύριο πάλι… Σε λίγο θα κοιμηθούμε…» Αυτά, όμως, δεν άκουγαν. Η ανεμελιά και η ξεγνοιασιά ήταν τα χαρακτηριστικά τους.

Σήμερα όλα αυτά έχουν λήψει. Υπάρχουν ακόμη γειτονιές στο χωριό μας, αλλά λιγοστός ο κόσμος. Οι γυναίκες πλέον μπορούν να βγουν να πάνε στο καφενείο να πιούν ένα καφέ. Να κουβεντιάσουν, να περάσουν την ώρα τους ευχάριστα. Η τεχνολογία και η εξέλιξη όλα αυτά μας τα έχει αφήσει στο παρελθόν. Οι θύμησες είναι πολλές. Η νοσταλγία μεγάλη. Πιο πολύ για τους ανθρώπους μας , που μας λείπουν. Θυόμαστε τις κουβέντες τους, τις συμβουλές τους και μελαγχολούμε, γιατί τότε δεν κατανοούσαμε ότι μας έλεγα. Όλα τα λέγανε γιατί τους είχε διδάξει πολλά η ζωή με τις δυσκολίες της».

Related Articles

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ