ΑρχικήΗλεία-Δυτική ΕλλάδαΥπήρχε το ξωτικό των γενεθλίων!

Υπήρχε το ξωτικό των γενεθλίων!

Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)

maria silaidi

Μερικές νύχτες δεν μοιάζουν με τις άλλες, εκείνες που κλείνεις τα φώτα και παραδίνεσαι στον ύπνο. Υπάρχουν νύχτες που ο αέρας μυρίζει αλλιώς,σαν να κουβαλά μυστικά. Σαν να περπατά πάνω στα κεραμίδια κάτι αόρατο. Σαν να στέκεται έξω από το παράθυρό σου η ίδια η μοίρα και να περιμένει να σου ψιθυρίσει μια καινούρια αρχή. Αυτές οι νύχτες έχουν πάντα ένα κοινό, είναι οι νύχτες πριν από τα γενέθλια. Τότε που ο χρόνος, αντί να τρέχει, κοντοστέκεται. Τότε που οι δείκτες του ρολογιού δεν χτυπούν απλώς τις ώρες, αλλά χτυπούν με το ρυθμό της καρδιάς σου.
Και το παιδί, ακόμη κι αν είναι κουρασμένο, ακόμη κι αν κλείνει τα μάτια, δεν μπορεί να κοιμηθεί εύκολα,γιατί μέσα του ανθίζει μια ανυπομονησία,μια προσμονή που μοιάζει με παραμύθι. Και ίσως να μην είναι τυχαίο,γιατί τα γενέθλια δεν είναι μόνο μια γιορτή. Δεν είναι μόνο κεράκια που σβήνονται, ευχές που λέγονται και δώρα που τυλίγονται σε χαρτί γυαλιστερό με φιόγκους. Τα γενέθλια είναι κάτι πιο βαθύ. Είναι το σημάδι πως η ζωή σου χαρίζει άλλη μία σελίδα. Άλλο ένα κεφάλαιο. Άλλη μία ευκαιρία να ξαναγίνεις καλύτερος από το χθες. Κι αν μπορούσαμε να δούμε τον κόσμο όπως τον βλέπουν τα παιδιά, θα καταλαβαίναμε κάτι μαγικό,εκείνη τη νύχτα, λίγο πριν αλλάξει η ηλικία μας, κάτι περνά από τις γειτονιές. Δεν είναι άνθρωπος,ούτε σκιά. Είναι ένα μικρό ξωτικό. Το ξωτικό των
γενεθλίων. Λένε πως δεν πατά ποτέ βαριά, για να μην ξυπνήσει τη λύπη. Λένε πως περπατά στις μύτες, γιατί οι άνθρωποι φοβούνται να μεγαλώσουν, ακόμη κι όταν χαμογελούν.

Λένε πως φορά ρούχα φτιαγμένα από κομμένες μέρες και στα μαλλιά του μπλέκονται μικρές στιγμές που μοιάζουν με χρυσόσκονη και κρατά ένα σακουλάκι. Όχι με παιχνίδια. Όχι με δώρα ακριβά,μα με κάτι πιο σπάνιο. Με κάτι που δεν αγοράζεται. Με ευκαιρίες. Ευκαιρίες να συγχωρέσεις. Να αγαπήσεις πιο αληθινά. Να δοκιμάσεις ξανά εκεί που κάποτε φοβήθηκες. Να σταθείς όρθιος εκεί που κάποτε λύγισες. Και κάθε φορά που αφήνει το δώρο του δίπλα στο μαξιλάρι ενός παιδιού ή ενός μεγάλου, ψιθυρίζει με τη φωνή του ανέμου.
«Μη φοβάσαι, η ηλικία είναι δρόμος. Και ο δρόμος αυτός μπορεί να γίνει φως, αν το θελήσεις.»
Κι έτσι, όταν ξημερώνουν τα γενέθλια, ο κόσμος μπορεί να μοιάζει ίδιος,μα η ψυχή μας δεν ίναι. Γιατί μέσα μας έχει ήδη γεννηθεί κάτι καινούριο. Μια μικρή αρχή. Ένα παραμύθι που συνεχίζεται.

Μικρές συμβουλές για:
Γονείς

  • Ρωτήστε το παιδί σας, «Ποιο ήταν το πιο όμορφο πράγμα που έζησες φέτος;»
    Θα σας δώσει απαντήσεις που θα θυμάστε κι εσείς.
    *Δώστε στο παιδί μια μικρή οικογενειακή παράδοση,μια ευχή που λέγεται κάθε χρόνο, ένα
    γράμμα που γράφετε μαζί, μια φωτογραφία που κρατάτε.

Εκπαιδευτικούς
*Διδάξτε ότι τα γενέθλια είναι ευκαιρία να πούμε «ευχαριστώ» για τη ζωή, όχι μόνο να ζητάμε δώρα.
*Κάντε μια «γωνιά ευχών» στην τάξη. Ένα κουτί όπου κάθε παιδί γράφει ευχές για τον εαυτό του και τους άλλους.

Δραστηριότητα για παιδιά
«Το Κουτί των Ευκαιριών»
Υλικά: ένα μικρό κουτί (παπουτσιών ή δώρου),χρωματιστά χαρτιά,μαρκαδόροι,
αυτοκόλλητα / κορδέλες.
Τι κάνουμε: στολίζετε το κουτί όπως θέλετε. Επάνω γράφετε «Το κουτί των ευκαιριών μου». Μέσα βάζετε χαρτάκια με μικρές ευχές/στόχους. Κάθε μήνα ανοίγετε το κουτί και διαλέγετε μία ευχή. Προσπαθήστε να πραγματοποιηθεί.

Προτάσεις βιβλίων
Γενέθλια με μυστήριο – Geronimo Stilton
Σήμερα είναι τα γενέθλιά μου και ετοιμάζομαι να τα γιορτάσω με όλη μου την οικογένεια.
Όμως κάτι παράξενο συμβαίνει στην Ποντικούπολη: κυκλοφορούν πλαστά χαρτονομίσματα.
Απ’ ό,τι φαίνεται, έχει βάλει το χεράκι του ο Δόκτωρ Παραχαράκτης. Ποιος είναι όμως αυτός;
Ο Λύκος Ζαχαρίας γιορταζει τα γενέθλιά του – Orianne Lallemand
Ένα βιβλίο για τις παρεξηγήσεις, τις ευχάριστες εκπλήξειςκαι φυσικά τα γενέθλια!
Πότε είναι τα γενέθλιά μου; – Julie Fogliano
Ένα βιβλίο που θέτει το αιώνιο παιδικό ερώτημα «πότε είναι τα γενέθλιά μου;”

Διήγημα
«Η νύχτα που ήρθε το ξωτικό των γενεθλίων»
Ο Γιάννης, δεν ήταν από τα παιδιά που φώναζαν δυνατά όταν χαιρόταν για κάτι. Τις περισσότερες φορές μέσα στη μέρα ήταν ήσυχος κι αυτή η ησυχία είχε περάσει και στο συναίσθημα της χαράς που ένιωθε. Μια νύχτα,όμως,δεν μπορούσε να κοιμηθεί. Στο δωμάτιό του όλα ήταν έτοιμα. Το γραφείο τακτοποιημένο. Η σχολική τσάντα κρεμασμένη στη θέση της. Το αγαπημένο του βιβλίο ανοιχτό στη σελίδα που είχε σταματήσει. Μα ο ίδιος, κάτω από το πάπλωμα, γύριζε από τη μία πλευρά στην άλλη,γιατί αύριο,αύριο θα είχε τα γενέθλια του. Θα έκλεινε τα εννιά και όσο κι αν αυτό έμοιαζε απλό, μέσα του ένιωθε κάτι παράξενο.
Σαν να μεγάλωνε, αλλά ταυτόχρονα σαν να φοβόταν λίγο αυτή τη μικρή αλλαγή.
«Κι αν δεν είμαι έτοιμος να μεγαλώσω;» σκέφτηκε.
Γιατί το να μεγαλώνεις δεν ήταν μόνο χαρά,ήταν και ευθύνη. Ήταν το να βλέπεις τους μεγάλους να λένε:
«Πω πω, μεγάλωσες!» Ήταν το να σου ζητούν να καταλαβαίνεις περισσότερα κι εκείνος, ήθελε ακόμα να πιστεύει στα παραμύθια. Στην παιδικότητά του.
Έξω, το φεγγάρι κρεμόταν πάνω από τις σκεπές σαν λευκό νόμισμα. Ο αέρας ήταν ζεστός, γεμάτος άρωμα από γιασεμί και κάπου μακριά, ένα σκυλί γάβγιζε, σαν να ήθελε κι εκείνο να πει μια «καληνύχτα» στον κόσμο. Ο Γιάννης, έκλεισε τα μάτια σφιχτά. Προσπάθησε να μετρήσει προβατάκια για να αποκοιμηθεί. Ένα… δύο… τρία. Μα το μυαλό του δεν ήνταν ήσυχο, έτρεχε. Έτρεχε σε σκέψεις. Σε αναμνήσεις. Σε πρόσωπα, μέχρι που άκουσε έναν ήχο.
Όχι δυνατό σαν το τικ-τακ του ρολογιού,αλλα σαν ήχο που έμοιαζε να έχει κολλήσει.
Προσπάθησε να αποδιώξει τον ήχο,αλλά μέσα σε λίγα λεπτά τον άκουσε ξανά και ακόμα πιο καθαρά.
«Μα αυτός,τελικα,είναι ένας ήχος ρολογιού» είπε και ανασηκώθηκε στους αγκώνες. Κοίταξε το ρολόι του δωματίου. Οι δείκτες προχωρούσαν κανονικά,μα ο ήχος δεν ερχόταν από εκεί.
Ερχόταν από το παράθυρο Σηκώθηκε αργά, ξυπόλυτος, και πλησίασε πιο κοντά. Το παράθυρο ήταν μισάνοιχτο κι εκεί, πάνω στο περβάζι κάτι καθόταν. Ο Γιάννης, άνοιξε περισσότερο τα μάτια του. Ήταν μικρό. Ήταν ένα ξωτικό,μα όχι όπως τα φανταζόταν. Δεν φορούσε πράσινο καπέλο, ούτε είχε μυτερά παπούτσια. Φορούσε ένα μικρό γιλέκο που
έμοιαζε φτιαγμένο από φύλλα ημερολογίου. Στο κεφάλι του είχε μια κορδέλα σαν δείκτη ρολογιού και στα χέρια του κρατούσε ένα σακουλάκι που λαμποκοπούσε.
Το ξωτικό κοίταξε τον Γιάννη με μάτια μεγάλα, σαν δύο σταγόνες λάμψης νυχτιάς.
«Καλησπέρα,Γιάννη», είπε.
Ο Γιάννης, έμεινε ακίνητος. «Π… ποιος είσαι;»
Το ξωτικό χαμογέλασε. «Είμαι αυτός που έρχεται κάθε χρόνο σε όλους.
Μα λίγοι με βλέπουν».
Ο Γιάννης ένιωσε την καρδιά του να χτυπάει δυνατά. «Είσαι, αληθινός;»
Το ξωτικό γέλασε. «Όσο αληθινά είναι τα όνειρα. Όσο αληθινά είναι τα δάκρυα της ψυχής που δεν βλέπει κανείς. Όσο αληθινή είναι η ευχή που κάνεις όταν σβήνεις κεράκια».

Ο Γιάννης, δεν ήξερε αν έπρεπε να φοβηθεί ή να χαρεί. «Και γιατί ήρθες;» Το ξωτικό σήκωσε το σακουλάκι του. «Γιατί αύριο μεγαλώνεις και εγώ είμαι το ξωτικό των γενεθλίων».
Ο Γιάννης, ψιθύρισε: «Το ξωτικό των γενεθλίων;»
«Ναι», είπε το ξωτικό. «Εγώ είμαι αυτός που σου έφερε τις μέρες. Τις βροχές. Τις χαρές. Τις
στιγμές που γέλασες μέχρι να πονέσει η κοιλιά σου. Και τις στιγμές που έκλαψες κρυφά».
Ο Γιάννης, κατέβασε το βλέμμα. Θυμήθηκε. Θυμήθηκε όταν είχε χάσει τον παππού του.
Θυμήθηκε όταν είχε φοβηθεί στο σκοτάδι. Θυμήθηκε όταν είχε τσακωθεί με τον φίλο του.
«Δεν θέλω να μεγαλώσω», είπε ξαφνικά.
Το ξωτικό δεν θύμωσε,μόνο κάθισε πιο άνετα στο περβάζι, σαν να είχε χρόνο να ακούσει.
«Γιατί;» ρώτησε.
Ο Γιάννης, σκέφτηκε λίγο. «Γιατί όταν μεγαλώνεις, οι μεγάλοι λένε ότι όλα γίνονται δύσκολα. Και ότι δεν έχεις πια μαγεία. Και ότι δεν πιστεύεις πια στα παραμύθια».
Το ξωτικό έγειρε το κεφάλι του «Και ποιος σου είπε ότι τα παραμύθια είναι μόνο για παιδιά;»
Ο Γιάννης τον κοίταξε. «Δεν είναι;»
Το ξωτικό άπλωσε το χέρι του και ακούμπησε το στήθος του Γιάννη, εκεί που χτυπούσε η καρδιά. «Τα παραμύθια δεν είναι στο χαρτί,είναι εδώ μέσα και όσο αυτό χτυπάει, η μαγεία δεν τελειώνει».
Ο Γιάννης, ένιωσε μια ζεστασιά. «Και τι μου έφερες;» ρώτησε.
Το ξωτικό των γενεθλίων, άνοιξε το σακουλάκι. Μέσα δεν υπήρχαν παιχνίδια. Ούτε σοκολάτες. Υπήρχαν μικρές λάμψεις, σαν σκόνη από αστέρια. Ο Γιάννης, άνοιξε το στόμα του από έκπληξη.
«Τι είναι αυτό;»
Το ξωτικό απάντησε «Είναι ευκαιρίες».
Ο Γιάννης, δεν κατάλαβε και ρώτησε αμέσως «Ευκαιρίες;»
«Ναι», είπε το ξωτικό. «Κάθε χρόνος που σου δίνεται, είναι γεμάτος ευκαιρίες.
Να αγαπήσεις περισσότερο. Να συγχωρήσεις. Να προσπαθήσεις ξανά. Να σηκωθείς όταν πέσεις».
Ο Γιάννης, ένιωσε κάτι να σφίγγει μέσα του. «Και αν κάνω λάθος;»
Το ξωτικό χαμογέλασε. «Τότε θα μάθεις».
«Και αν αποτύχω;»
«Τότε θα ξαναπροσπαθήσεις».
«Και αν φοβηθώ;»
Το ξωτικό σήκωσε το δάχτυλό του. «Τότε θα θυμηθείς πως η γενναιότητα δεν είναι να μη φοβάσαι,ε ίναι να προχωράς ενώ φοβάσαι».
Ο Γιάννης κοίταξε έξω. Το φεγγάρι φαινόταν πιο φωτεινό σαν να άκουγε κι εκείνο τη συζήτηση.
«Και αν, αν κάποια μέρα δεν έχω κανέναν;»
Το ξωτικό σοβάρεψε και η φωνή του έγινε πιο γλυκιά. «Τότε θα έχεις εσένα και θα έχεις τις αναμνήσεις σου. Και θα έχεις τον Θεό που βλέπει όλα όσα δεν βλέπουν οι άνθρωποι».
Ο Γιάννης, ένιωσε τα μάτια του να βουρκώνουν. Δεν ήξερε γιατί,ίσως γιατί κατάλαβε πως τα γενέθλια δεν ήταν μόνο χαρά. Ήταν κι ένα είδος απολογισμού.
Το ξωτικό των γενεθλίων σηκώθηκε. «Ήρθε η ώρα να φύγω», είπε.
«Περίμενε!» φώναξε ο Γιάννης. «Θα σε ξαναδώ;»
Το ξωτικό γέλασε απαλά. «Κάθε χρόνο. Μα μόνο αν κρατήσεις την καρδιά σου ανοιχτή».
Ο Γιάννης, έσφιξε τα χέρια του. «Και τι πρέπει να κάνω τώρα;»
Το ξωτικό τον κοίταξε σοβαρά. «Αύριο, όταν σβήσεις τα κεράκια σου, μην ευχηθείς μόνο
δώρα. Ευχήσου να γίνεις καλύτερος. Να γίνεις πιο φωτεινός άνθρωπος.
Γιατί αυτό είναι το μεγαλύτερο δώρο που μπορεί να κάνει κανείς στον κόσμο».
Και πριν προλάβει ο Γιάννης να μιλήσει ξανά, το ξωτικό άνοιξε τα χέρια του και έγινε άνεμος. Ένας ζεστός, απαλός άνεμος που πέρασε από το δωμάτιο, κούνησε τις κουρτίνες και σκόρπισε μια χρυσή σκόνη στο πάτωμα. Ο Γιάννης έμεινε εκεί, ακίνητος και ξαφνικά
νύσταξε. Γύρισε στο κρεβάτι του. Έκλεισε τα μάτια. Και αυτή τη φορά, κοιμήθηκε.
Το πρωί, ξύπνησε από φωνές. «Χρόνια πολλά!» φώναξε η μαμά του.
«Χρόνια πολλά, αγόρι μου!» είπε ο μπαμπάς του.
Ο Γιάννης, χαμογέλασε. Σηκώθηκε, πήγε στο παράθυρο και κοίταξε το περβάζι. Δεν υπήρχε κανείς ,μα υπήρχε κάτι. Μια μικρή χρυσή λάμψη, σαν σκόνη. Ο Γιάννης την άγγιξε και τότε κατάλαβε. Δεν ήταν όνειρο. Ήταν η υπενθύμιση πως κάθε χρόνος είναι δώρο.
Το βράδυ, όταν ήρθε η τούρτα και άναψαν τα κεράκια, πήρε βαθιά ανάσα και αντί να ευχηθεί παιχνίδια, ευχήθηκε κάτι άλλο. Κάτι που μόνο ο ίδιος και το ξωτικό των γενεθλίων ήξεραν. Να γίνει φως στις ζωες των ανθρώπων. Και όταν έσβησε τα κεράκια, το σπίτι γέμισε
χειροκροτήματα, μα μέσα του, ο Γιάννης άκουσε μια φωνή να ψιθυρίζει:
«Καλή αρχή…»
Και μην ξεχνάτε τα γενέθλια δεν είναι μόνο μια γιορτή. Είναι μια νέα σελίδα. Μια νέα ευκαιρία. Και κάθε χρόνος που περνά, δεν μας παίρνει κάτι,μας χαρίζει την ευκαιρία να γίνουμε πιο σοφοί, πιο δυνατοί, πιο ανθρώπινοι. Γιατί ο χρόνος είναι δώρο και η ζωή είναι το πιο όμορφο παραμύθι.