Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)

Υπάρχουν εκείνες οι μέρες που τα παιδιά τις περιμένουν ολόκληρο τον χρόνο. Είναι η τελευταία μέρα του σχολείου. Το πρώτο παγωτό που λιώνει βιαστικά στα χέρια τους. Το πρώτο πρωινό που ξυπνούν χωρίς ξυπνητήρι και φυσικά το πρώτο μπάνιο στη θάλασσα.
Εκείνο το πρώτο μπάνιο που μοιάζει πάντα λίγο πιο μαγικό από όλα τα υπόλοιπα,σαν να μην είναι απλώς μια βουτιά στο νερό. Σαν να είναι το πέρασμα σε έναν καινούργιο κόσμο. Έναν κόσμο γεμάτο κύματα που ψιθυρίζουν μυστικά, γλάρους που ταξιδεύουν στον ουρανό και
αμέτρητα κοχύλια που περιμένουν υπομονετικά πάνω στην άμμο να τα ανακαλύψει κάποιο παιδί. Κάποτε, η γιαγιά μου μού, είπε έναν παράξενο μύθο. Μου είπε πως τα σπασμένα κοχύλια που βρίσκουμε στην ακροθαλασσιά δεν είναι απλώς κοχύλια,είναι ευχές που δεν
κατάφεραν ποτέ να πραγματοποιηθούν. Ευχές που γεννήθηκαν ψηλά στον ουρανό, ανάμεσα στα αστέρια και στα σύννεφα. Ευχές που ξεκίνησαν το ταξίδι τους γεμάτες ελπίδα, μα χάθηκαν στον δρόμο και έπεσαν στο απέραντο γαλάζιο της θάλασσας κι εκεί έμειναν.
Μεταμορφώθηκαν σε μικρά σπασμένα κοχύλια και περίμεναν. Περίμεναν ένα παιδί με καλή καρδιά να τα πάρει στα χέρια του, να τα βάλει στο αυτί του και να ακούσει την ιστορία τους.
Να πιστέψει ξανά σε αυτά. Να τους δώσει μια δεύτερη ευκαιρία. Ίσως γι’ αυτό τα παιδιά αγαπούν τόσο πολύ τα κοχύλια, γιατί χωρίς να το ξέρουν, αναγνωρίζουν μέσα τους κάτι πολύ δικό τους. Τα όνειρα. Τη φαντασία. Την ελπίδα. Και εκείνη τη μαγική βεβαιότητα πως ακόμα και οι πιο σπασμένες ευχές μπορούν κάποτε να βρουν τον δρόμο τους.
Μικρές συμβουλές για :
Γονείς
*Αφήστε τα παιδιά να ανακαλύψουν τη φύση με τον δικό τους ρυθμό.
*Δώστε αξία στις μικρές στιγμές, ένα παγωτό στην παραλία, μια βόλτα στο ηλιοβασίλεμα, ένα κοχύλι που βρέθηκε τυχαία στην άμμο.
*Μιλήστε στα παιδιά για τα δικά σας καλοκαίρια. Οι ιστορίες που μοιραζόμαστε γίνονται γέφυρες ανάμεσα στις γενιές.
Εκπαιδευτικούς
*Ενθαρρύνετε τα παιδιά να κρατήσουν ένα μικρό ημερολόγιο καλοκαιρινών αναμνήσεων.
*Υπενθυμίστε τους ότι η μάθηση δεν σταματά όταν κλείνει το σχολείο. Συνεχίζεται σε κάθε παραλία, σε κάθε εκδρομή, σε κάθε νέο βίωμα.
*Καλλιεργήστε τη δημιουργική φαντασία τους μέσα από ιστορίες, βιβλία και παιχνίδια.
Δραστηριότητα για παιδιά (Τα κοχύλια του ουρανού)
Υλικά: ένα χαρτόνι,νερομπογιές,κοχύλια που έχετε μαζέψει από την
παραλία,κόλλα,μαρκαδόροι.
Τα παιδιά ζωγραφίζουν έναν μεγάλο καλοκαιρινό ουρανό με αποχρώσεις του μπλε, του χρυσού και του μωβ. Στη συνέχεια κολλάνε πάνω τα κοχύλια που βρήκαν στη θάλασσα.
Δίπλα σε κάθε κοχύλι γράφουν τρείς ευχή. Μια ευχή για τους ίδιους. Μια ευχή για κάποιον που αγαπούν. Μια ευχή για τον κόσμο. Στο τέλος δίνουν τίτλο στο έργο τους.
Προτάσεις βιβλίων
Κρυφτούλι στη θάλασσα- Εκδόσεις Ψυχογιός
Τα παιχνιδιάρικα ζωάκια της θάλασσας λατρεύουν το κρυφτό. Μπορείς να βρεις πού κρύβονται;
Νέμο 3, Το νησί στον βυθό της θάλασσας- Ντέιβιντ Μοραζινότο
Ένα διασκεδαστικό μυθιστόρημα, με γρήγορη πλοκή, γεμάτο ανατροπές αλλά και ένα απροσδόκητο τέλος, που δεσμεύει τη φαντασία του αναγνώστη, σε αυτό που έχει ήδη γραφτεί και αποτελεί την αρχή των περιπετειών του Κάπτεν Νέμο και του θρυλικού Ναυτίλου.
Καλοκαίρι στην πισίνα- ΒιλΓκμέλινγκ
Με στρωτή γλώσσα, εκφραστικότητα, κοφτές προτάσεις, πλούτο εικόνων και συναισθημάτων που προκύπτουν και δεν εκβιάζονται,συγγραφέας υπογράφει ένα αξιολάτρευτο προεφηβικό μυθιστόρημα
ωρίμανσης, τοποθετώντας όλη τη δράση του στον καμβά μιας πισίνας και σε ένα δρομολόγιο σπίτι-πισίνα.
Διήγημα
«Τα κοχύλια των χαμένων ευχών»
Η Μαρία και ο Διονύσης περίμεναν αυτή τη μέρα από τότε που έκλεισαν τα σχολεία. Το πρώτο μπάνιο του καλοκαιριού. Το πρώτο αληθινό πρωινό ελευθερίας. Εκείνο το πρωινό που δεν είχε ξυπνητήρια, δεν είχε μαθήματα,δεν είχε τετράδια. Έχει μόνο ήλιο, θάλασσα και το καλοκαίρι.
Η θάλασσα άστραφτε σαν χιλιάδες μικρα διαμαντάκια κάτω από τον καυτό ήλιο. Ο αέρας μύριζε αλάτι. Οι γλάροι πετούσαν χαμηλά και στα χέρια των παιδιών έλιωναν ήδη τα πρώτα παγωτά της χρονιάς.
«Νομίζω πως αυτό είναι το πιο νόστιμο παγωτό του κόσμου», είπε ο Διονύσης.
«Όχι,απλώς είναι το πρώτο του καλοκαιριού» απάντησε γελώντας η Μαρία.
Λίγο αργότερα,έτρεξαν προς το νερό. Οι πρώτες σταγόνες της θάλασσας ήταν παγωμένες.
Ένιωσαν ένα δυνατό τσίμπημα στο σώμα τους σαν εκατομμύρια καρφίτσες και έπειτα από
εκείνη τη παγωμάρα τα γέλια ακούστηκαν δυνατά. Τα πρώτα κύματα ήταν πιο μαγικά.
Προσπαθούσαν να σκαρφαλωσουν στα αφρισμένα κύματα,αλλά ήταν αδύνατο να τα καταφέρουν. Όταν πια κουράστηκαν από το παιχνίδι,βγήκαν από τη θάλασσα και άρχισαν να
περπατούν κατά μήκος της ακρογιαλιάς. Τότε ήταν που η Μαρία είδε το πρώτο κοχύλι του καλοκαιριού. Ήταν,όμως,λίγο διαφορετικό. Ήταν σπασμένο. Το έπιασε προσεκτικά για να μη σπάσει περισσότερο και το σήκωσε.
«Ξέρεις τι έλεγε η γιαγιά μου;» ρώτησε τον Διονύση.
«Τι;» απάντησε αμέσως.
«Πως τα σπασμένα κοχύλια είναι ευχές που δεν πρόλαβαν να πραγματοποιηθούν.»
«Δηλαδή;» ρωτησε ο Διονύσης γεμάτος απορία.
Η Μαρία κάθισε στην άμμο, «έλεγε πως κάποτε όλες οι ευχές ζούσαν στον ουρανό. Κάποιες έβρισκαν τον δρόμο τους,άλλες όμως χάνονταν. Έπεφταν στη θάλασσα και γίνονταν κοχύλια.»
Ο Διονυσης παρατήρησε προσεκτικά το μικρό σπασμένο κοχύλι. Ξαφνικά δεν του φάνηκε καθόλου συνηθισμένο. «Και μετά;»
«Μετά περιμένουν κάποιο παιδί να τις βρει» απάντησε η Μαρία.
«Και τι κάνουν τα παιδιά;»
«Τις βοηθάνε» απάντησε γελώντας η Μαρία.
Έτσι άρχισε η αποστολή τους. Περπατούσαν στην παραλία και μάζευαν σπασμένα κοχύλια.
Μικρά. Μεγάλα. Λευκά. Ροζ. Χρυσαφένια. Κάθε φορά που έβρισκαν ένα, φαντάζονταν την ιστορία του.
«Αυτό είναι η ευχή ενός παιδιού που ήθελε να βρει φίλους», είπε η Μαρία.
«Κι αυτό ενός ναύτη που έχει γεράσει,αλλά θα ήθελε να κάνει ακόμη ένα ταξίδι», είπε ο Διονύσης.
«Κι αυτό μιας μαμάς που ήθελε να είναι το παιδί της πάντα καλά» συνέχισε η Μαρία.
Σιγά σιγά το κουβαδάκι τους γέμιζε και μαζί του γέμιζαν και οι ιστορίες. Ο ήλιος είχε αρχίσει να χαμηλώνει όταν γύρισαν σπίτι. Άπλωσαν ένα μεγάλο χαρτόνι στην αυλή. Με νερομπογιές ζωγράφισαν έναν ουρανό. Έναν ουρανό γεμάτο σύννεφα, ήλιους και μικρά αστέρια. Ύστερα άρχισαν να κολλάνε πάνω τα κοχύλια. Κάτω από κάθε κοχύλι έγραψαν μια ευχή. Μερικές ευχές ήταν αστείες. Άλλες σοβαρές. Άλλες παιδικές. Άλλες που έμοιαζαν σχεδόν με προσευχές. Όταν τελείωσαν, ο ουρανός τους έμοιαζε ζωντανός.
Ο αέρας φύσηξε απαλά και τότε συνέβη κάτι πραγματικά παράξενο. Ένα από τα κοχύλια έλαμψε. Μετά έλαμψε ένα δεύτερο και μετά ένα τρίτο. Τα παιδιά κοιτάχτηκαν μεταξύ τους.
«Το είδες;» ψιθύρισε ο Διονύσης.
Η Μαρία έγνεψε. Τα κοχύλια πάνω στο χαρτόνι λαμπύριζαν σαν μικροσκοπικά αστέρια.
Ήταν σαν να ευχαριστούσαν τα παιδιά που τα θυμήθηκαν. Ο αέρας πέρασε ξανά για μια τελευταία φορά ανάμεσά τους και για μια στιγμή τους φάνηκε πως άκουσαν ψιθύρους.
Λέξεις που έμοιαζαν με ευγνωμοσύνη.
Το βράδυ, πριν κοιμηθούν, η Μαρία κοίταξε τον ουρανό από το παράθυρό της. Τα αστέρια έλαμπαν πάνω από τη θάλασσα και ξαφνικά της πέρασε μια σκέψη. Ίσως οι ευχές να μη χάνονται ποτέ στ’ αλήθεια,ίσως απλώς να αλλάζουν δρόμο. Ίσως να περιμένουν λίγο
περισσότερο. Ίσως να χρειάζονται κάποιον να πιστέψει ξανά σε αυτές και τότε θυμήθηκε τα κοχύλια.
Τα σπασμένα κοχύλια που είχαν μαζέψει εκείνη τη μέρα και χαμογέλασε
ανακουφισμένη γιατί κατάλαβε πως μερικές φορές τα πιο όμορφα πράγματα δεν είναι αυτά που είναι τέλεια,είναι αυτά που, παρά τα ραγίσματά τους, συνεχίζουν να κουβαλάνε μέσα τους φως. Και κάπου εκεί, ανάμεσα στο γαλάζιο της θάλασσας και στο μπλε του ουρανού, οιχαμένες ευχές συνέχισαν το ταξίδι τους μέσα στις καρδιές δύο παιδιών που τους έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία.
Και μην ξεχνάτε, αν αυτό το καλοκαίρι βρείτε ένα σπασμένο κοχύλι στην άμμο, μην το προσπεράσετε βιαστικά,ίσως να είναι μια ευχή που περιμένει κάποιον να την ακούσει. Ίσως
να είναι μια ιστορία που δεν έχει ακόμη τελειώσει. Ίσως να είναι μια υπενθύμιση πως ακόμα και τα πιο μικρά και φαινομενικά σπασμένα πράγματα μπορούν να κρύβουν μέσα τους έναν ολόκληρο ουρανό γεμάτο ελπίδα.

