Γράφει η Έλενα Κακολύρη
Υπάρχουν στιγμές στην πολιτική ζωή μιας χώρας που δεν χρειάζονται υπερβολές, φωνές ή κραυγές για να εκθέσουν ένα πολιτικό σύστημα. Αρκεί μία φράση. Μία εξήγηση τόσο εξοργιστικά πρόχειρη, ώστε τελικά να λέει περισσότερα από την ίδια την υπόθεση.
Το σημερινό θέμα δεν είναι άλλο από το περιβόητο «πόθεν έσχες». Οι πολιτικοί αρχηγοί κατέθεσαν και για άλλη μια φορά ο ελληνικός λαός είχε την ευκαιρία να δει πώς άνθρωποι που μιλούν καθημερινά για την οικονομική πίεση της κοινωνίας εμφανίζουν λογαριασμούς, ακίνητα, επενδύσεις και περιουσιακά στοιχεία που απέχουν αρκετά από την πραγματικότητα του μέσου πολίτη.
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης εμφανίζεται με την κλασική εικόνα μιας πολιτικής οικογένειας δεκαετιών. Δηλαδή σημαντική ακίνητη περιουσία, υψηλά εισοδήματα και τεράστια οικονομική άνεση. Αν μη τη άλλο εδώ υπάρχει μια συνέπεια αφού κανείς δεν σοκάρεται πια όταν βλέπει πολλά μηδενικά δίπλα στο επίθετο Μητσοτάκης. Ωστόσο, εύλογο είναι το ερώτημα πως συσσωρεύεται τόσο μεγάλη περιουσία όταν η βασική επαγγελματική του διαδρομή εδώ και δεκαετίες είναι σχεδόν αποκλειστικά συνδεδεμένη με τη Βουλή και την πολιτική ζωή.
Ο Σωκράτης Φάμελος δήλωσε πολυάριθμα ακίνητα και τραπεζικές καταθέσεις, την ώρα που ο ΣΥΡΙΖΑ επιχειρεί να επανέλθει ως εκφραστής κοινωνικών στρωμάτων που δυσκολεύονται ακόμα και να αποκτήσουν πρώτη κατοικία. Νομικά μπορεί όλα να είναι απολύτως δηλωμένα και πολλά από τα ακίνητα να είναι ποσοστά, οικογενειακά ή αγροτεμάχια, πολιτικά όμως υπάρχει πάντα μια αντίφαση όταν η αντισυστημική ρητορική συνοδεύεται από εκτεταμένη ακίνητη περιουσία. Προφανώς δεν σημαίνει ότι ένας πολιτικός της Αριστεράς πρέπει υποχρεωτικά να είναι οικονομικά αδύναμος και να ζει στη φτώχεια για να θεωρείται αξιόπιστος. Ωστόσο, όταν εμφανίζονται πολλά ακίνητα και σημαντικός τραπεζικός δανεισμός , ανοίγει αναπόφευκτα μια πολιτική συζήτηση για το πόσο κοντά βρίσκεται τελικά η εικόνα της πολιτικής ηγεσίας στην πραγματικότητα της κοινωνίας που εκπροσωπεί.
Ο Δημήτρης Κουτσούμπας παραμένει συνεπής στην εικόνα που καλλιεργεί εδώ και χρόνια το ΚΚΕ. Περιορισμένες καταθέσεις, χαμηλό προσωπικό οικονομικό προφίλ και απουσία στοιχείων που θα δημιουργούσαν πολιτική συζήτηση. Για ένα κόμμα άλλωστε που στηρίζει μεγάλο μέρος της αξιοπιστίας του στην ιδεολογική συνέπεια, το προσωπικό οικονομικό προφίλ του αρχηγού του έχει ιδιαίτερη σημασία.
Ο Κυριάκος Βελόπουλος συνεχίζει να εμφανίζει μια αξιοσημείωτη οικονομική άνεση, με καταθέσεις και ακίνητα που δεν περνούν απαρατήρητα για έναν πολιτικό που χτίζει μεγάλο μέρος της επιρροής του πάνω στη λαϊκή δυσαρέσκεια. Είναι μια ακόμη περίπτωση όπου η εικόνα του «αντισυστημικού» συναντά τελικά μια αρκετά συστημική οικονομική πραγματικότητα.
Και μετά φτάνουμε στον μεγάλο πρωταγωνιστή της χρονιάς, τον Νίκο Ανδρουλάκη.
Εδώ η πολιτική ζωή της χώρας μάς χάρισε μία από τις πιο χαρακτηριστικές στιγμές των τελευταίων ετών. Από το πόθεν έσχες «ξεχάστηκε» περίπου 1 εκατομμύριο ευρώ σε λογαριασμούς εξωτερικού. Όχι επειδή αποκρύφτηκε, σύμφωνα με την εξήγηση, αλλά γιατί ο λογιστής δεν το συμπεριέλαβε στη δήλωση. Συμβαίνουν αυτά. Άλλος ξεχνάει το κινητό του στο αυτοκίνητο, άλλος ξεχνάει να πληρώσει τη ΔΕΗ, άλλος ξεχνάει έναν λογαριασμό με επτά ψηφία στο εξωτερικό. Η καθημερινότητα τρέχει, οι ρυθμοί είναι απαιτητικοί.
Η δικαιολογία «φταίει ο λογιστής» έχει χρησιμοποιηθεί τόσες φορές στην ελληνική δημόσια ζωή, που πλέον ακούγεται σχεδόν θεσμική. Κάθε φορά που εμφανίζεται μια σοβαρή οικονομική αστοχία, κάποιος λογιστής φαίνεται να έχει κάνει το μοιραίο λάθος. Άλλοτε ξεχνούν εκατομμύρια, άλλοτε μπερδεύουν offshores, άλλοτε παραλείπουν ακίνητα. Γενικά λειτουργούν σαν σαμποτέρ της διαφάνειας… ή τουλάχιστον αυτό επιχειρεί να μας πείσει ο κ. Ανδρουλάκης.
Το πιο εντυπωσιακό είναι η φυσικότητα με την οποία διατυπώθηκε η εξήγηση. Σαν να πρόκειται για μια τυπική γραφειοκρατική παράλειψη και όχι για λογαριασμούς επτά ψηφίων στο εξωτερικό. Σε μια χώρα όπου οι πολίτες ελέγχονται μέχρι τελευταίου ευρώ από την εφορία, ζητείται από την κοινωνία να αποδεχτεί ότι ένας αρχηγός κόμματος μπορεί να «παραλείψει» καταθέσεις εκατομμυρίου λόγω ανθρώπινου λάθους.
Το ακόμη πιο ενδιαφέρον είναι πως αν αντίστοιχη υπόθεση αφορούσε άλλον πολιτικό αρχηγό, η δημόσια συζήτηση θα είχε ήδη πάρει διαστάσεις πολιτικής καταιγίδας. Τα στελέχη του ΠΑΣΟΚ θα μιλούσαν επί μέρες για «σκιές», «θεσμικά ερωτήματα» και «υποχρέωση πλήρους λογοδοσίας». Θα ζητούσαν απαντήσεις με δραματικούς τόνους και θα ανακάλυπταν ξαφνικά τον απόλυτο πολιτικό συμβολισμό του θέματος. Τώρα, φυσικά, οι υποστηρικτές του κόμματος κάνουν αυτό που συμβαίνει πάντα στην ελληνική πολιτική: τα στραβά μάτια. Η υπόθεση βαφτίζεται υπερβολή, η κριτική χαρακτηρίζεται εμπάθεια και το ένα εκατομμύριο μετατρέπεται σχεδόν σε… τεχνική υποσημείωση.
Αλλά υπάρχει ένα όριο πέρα από το οποίο η ειρωνεία γίνεται πολιτικό πρόβλημα. Και όταν σε μια χώρα που εξαντλεί τον μέσο πολίτη σε ελέγχους και φόρους ζητείται δημόσια να θεωρηθεί «παράλειψη» ένα αδήλωτο εκατομμύριο ευρώ, τότε το ζήτημα δεν είναι πια λογιστικό. Είναι πολύ πιο βαθύ και ουσιαστικό!

