
Γράφει η Έλενα Κακολύρη
Η Κίμπερλι Γκιλφόιλ έφυγε από την πρεσβεία, αλλά μας άφησε αρκετό υλικό για να μη βαρεθούμε. Κυρίως, μας θύμισε ότι κάποτε είχε άποψη για το πώς πρέπει να ζουν οι Έλληνες. Και τί άποψη!
Το 2015, εν μέσω κρίσης, μας αποκάλεσε περίπου τεμπέληδες και τζαμπατζήδες, εξηγώντας μας ότι πρέπει να σηκωνόμαστε το πρωί και να πηγαίνουμε στη δουλειά. «Δεν με νοιάζει αν φτιάχνετε καλό γιαούρτι», είχε προσθέσει.
Μα, Κίμπερλι μου, το γιαούρτι τί σου έφταιξε; Μια χαρά ωφέλιμο είναι, τρώγεται στο πρωινό, συνοδεύει τα φαγητά και, αν δεν σου αρέσει να το τρως, μπορείς να το χρησιμοποιήσεις και για μάσκα ομορφιάς. Τόσες χρήσεις κι εσύ το έβαλες στο εδώλιο;!
Είχε ενοχληθεί, επίσης, επειδή οι Έλληνες βγαίνουν νωρίς στη σύνταξη. Συγγνώμη κιόλας που βγαίνουμε στην τρυφερή, σχεδόν νηπιακή ηλικία των 67 ετών! Μήπως να ζητήσουμε συγγνώμη και από τον ΕΦΚΑ που προλάβαμε να γεράσουμε;
Και μη μας βάζεις ιδέες τώρα, γιατί βλέπω τον υπουργό Εργασίας να μας κυνηγά μέχρι τον Άδη για τα ένσημα που υπολείπονται. Να μην μπορούμε να ησυχάσουμε ούτε μετά θάνατον. Θα μας ρωτάει ο Χάρος αν έχουμε συμπληρώσει τα απαιτούμενα χρόνια ασφάλισης προτού μας περάσει στην απέναντι όχθη.
Βέβαια, η Γκιλφόιλ δεν ήρθε στην Ελλάδα μόνο για να μας κάνει μαθήματα οικονομίας. Ήρθε και για να γνωρίσει την ελληνική φιλοξενία, την πολιτική ελίτ και τη νυχτερινή διασκέδαση. Η εμφάνισή της στην ιδιωτική μουσική εκδήλωση του Κωνσταντίνου Αργυρού τον Νοέμβριο του 2025 έγινε είδηση, όπως έγινε είδηση και το πολυτελές δείπνο στη Βουλιαγμένη για το οποίο δημοσιεύτηκε λογαριασμός που ζαλίζει. Ή για να το κάνω πιο σαφές, λογαριασμός που θα κάλυπτε το Δώρο Χριστουγέννων όλων των συνταξιούχων της ελληνικής επικράτειας!
Δεν είναι κακό να πηγαίνει κανείς στα μπουζούκια ούτε να τρώει σε ακριβά εστιατόρια, εφόσον πληρώνει τον λογαριασμό του. Αλλά έχει μια κάποια ειρωνεία να κάνεις κήρυγμα λιτότητας σε έναν λαό που μετρούσε τα ευρώ για να βγάλει τον μήνα και μετά να γίνεσαι μέρος μιας δημόσιας συζήτησης για πολυτελείς εξόδους και λογαριασμούς. Το ερώτημα, βέβαια, είναι πάντα ίδιο, διαχρονικό και σύνορα δεν γνωρίζει: Ποιός πληρώνει για όλα αυτά;
Το πιο ενδιαφέρον, όμως, δεν είναι ούτε το γιαούρτι ούτε τα μπουζούκια. Είναι η ίδια η πολιτική κουλτούρα που εκπροσωπεί. Η Γκιλφόιλ πέρασε από την τηλεόραση στον στενό κύκλο του Τραμπ και από εκεί σε ένα διπλωματικό αξίωμα, έχοντας υπάρξει και σύντροφος του γιου του Αμερικανού προέδρου. Και τώρα, μετά την αποχώρησή της, μένουν ερωτήματα και σοβαρές καταγγελίες για οικονομικά σκάνδαλα και όχι μόνον. Τις οποίες η ίδια, βέβαια, αρνείται. Εμ, κυρία Γκιλφόιλ ξημερώματα δεν δίνεις δικαιώματα χωρίς να υπολογίσεις πως κάποια στιγμή οι ρόλοι αντιστρέφονται και θα βρεθείς η ίδια αντιμέτωπη με ερωτήματα.
Ωστόσο, η υπόθεση αυτή αναδεικνύει ένα ευρύτερο πρόβλημα της αμερικανικής πολιτικής: τη σύγχυση ανάμεσα στην προσωπική αφοσίωση και τη θεσμική αξιοκρατία. Όταν οι πολιτικές διασυνδέσεις αποτελούν διαβατήριο για δημόσια αξιώματα, η διπλωματία κινδυνεύει να αντιμετωπίζεται ως προέκταση των προσωπικών σχέσεων και όχι ως αποστολή που απαιτεί επάρκεια, ανεξαρτησία και λογοδοσία. Και όταν οι ίδιοι πολιτικοί κύκλοι που απαιτούν θυσίες από τους πολίτες βρίσκονται αντιμέτωποι με ερωτήματα για τη δική τους διαχείριση της εξουσίας, η αξιοπιστία τους δοκιμάζεται.
Η Ελλάδα δεν έχει ανάγκη από ξένους αξιωματούχους που της παραδίδουν μαθήματα κοινωνικής ευθύνης μέσα από απλουστευτικές γενικεύσεις. Έχει ανάγκη από σχέσεις ισοτιμίας, αμοιβαίου σεβασμού και θεσμικής σοβαρότητας. Η οικονομική κρίση δεν ήταν αφορμή για να στιγματιστεί ένας ολόκληρος λαός, όπως και η άσκηση διπλωματικών καθηκόντων δεν μπορεί να απαλλάσσει κανέναν από την υποχρέωση να λογοδοτεί. Και για να σοβαρευτούμε, το ζήτημα δεν είναι αν οι Έλληνες φτιάχνουν καλό γιαούρτι ή αν συνταξιοδοτούνται στα 67. Είναι αν όσοι ασκούν εξουσία αντιλαμβάνονται ότι οι κανόνες που επικαλούνται για τους άλλους οφείλουν να ισχύουν και για τους ίδιους. Αυτή είναι η ουσία της πολιτικής ευθύνης και κανένα αξίωμα, καμία διασύνδεση και καμία επικοινωνιακή επιτυχία δεν μπορεί να την υποκαταστήσει.

