Του Δημήτρη Π. Μητρόπουλου – Νομικός
Ιδιαίτερη αίσθηση προξένησαν ορισμένες ομιλίες-συνεντεύξεις στο «Φόρουμ των Δελφών» όπου συνωθούνται πολλοί Έλληνες και ξένοι τής συστημικής πανίδας και χλωρίδας.
Φέτος ο τίτλος τού φόρουμ (που εκφράζει και τη γενικότερη αμηχανία τής ελληνικής και ευρωπαϊκής πολιτικής και οικονομικής τάξης πραγμάτων) ήταν «Το σοκ του νέου», που υποδηλώνει τον φόβο τής εμφάνισης διαφόρων «αντισυστημικών» εκδηλώσεων των λαών που λαμβάνουν χώρα όταν εξελίσσεται ένας σκληρός ενδο-καπιταλιστικός πόλεμος, όπως στις μέρες μας.
Εν πάση περιπτώσει, αυτά είναι κρίσιμα ζητήματα που θα επιχειρήσουμε να αναπτύξουμε σε σειρά επόμενων άρθρων. Προς το παρόν περιοριζόμαστε σε ορισμένα περιστατικά που μας έκαναν μεγάλη εντύπωση και αναφέρονται στις λέξεις και τις έννοιες τής ελληνικής γλώσσας, για την οποία (σημειωτέον) υπήρχε ειδικό κεφάλαιο κύκλου ομιλητών από ιδιωτικό Οργανισμό.
Ο Έλληνας εκπρόσωπος τού ιδιωτικού ομίλου που «αγόρασε» προσφάτως το Χρηματιστήριο Αθηνών, μίλησε για το «όραμα» των αγοραστών. Η λέξη «όραμα» όμως δεν έχει σχέση με την κερδοσκοπία. Προέρχεται από τη θρησκεία και βεβαίως από την πλατωνική κυρίως φιλοσοφία. Είναι η ενατένιση των πραγμάτων από τους ποιητές… Χαρακτηριστικοί είναι οι στίχοι τού μεγάλου Αλεξανδρινού στο ποίημα «Σοφοί δε προσιόντων»: «…Εκ των μελλόντων οι σοφοί τα προσερχόμενα αντιλαμβάνονται. Η ακοή αυτών κάποτε εν ώραις σοβαρών σπουδώνταράττεται. Η μυστική βοήτους έρχεται των πλησιαζόντων γεγονότων. Και την προσέχουν ευλαβείς. Ενώ εις την οδόνέξω, ουδέν ακούουν οι λαοί.»
Μπορεί όλοι, σε μια δημοκρατία τής ατομικής ιδιοκτησίας, που διαρκώς μεταβάλλεται σε ολιγαρχία τού χρηματιστικού κεφαλαίου, να είναι ελεύθεροι στη χρήση οποιασδήποτε λέξης για να εκφράσουν την κερδοσκοπική τους δράση ως δήθεν ευεργεσία προς τους πολίτες. Όμως η συντεταγμένη Πολιτεία τού Δρώντος Λαού πρέπει να νοιάζεται γι’αυτή την επιπόλαιη χρήση των «ιερών» λέξεων και την επιτάχυνση της φθοράς των νοημάτων τους, κάτι που απισχναίνει και τις απαρχές τής εθνικής μας συνείδησης. Καθιστά δηλαδή στο φαντασιακό των ανθρώπων (και όχι μόνο των Ελλήνων) και στο ιδεολογικό-πολιτιστικό τους πεδίο φτωχότερα τα νοήματά τους.
Επομένως όλοι αυτοί που θέλουν να χρησιμοποιούν τέτοιες εκφράσεις πρέπει να πληρώνουν έναν αισθητό φόρο ελληνικού πολιτισμού ώστε να αποτρέπονται από το να επιχειρούν εύκολα εισπήδηση στο «ιερό» και το «άβατο» του Ελληνικού Πολιτισμού. Έτσι, ίσως αναγκαστούν να κυριολεκτούν ως προς τη συγκεκριμένη τους ασχολία. Δεν πρέπει άλλωστε να λησμονείται ότι η φθορά των λέξεων και των εννοιών αποσυγκροτεί, περισσότερο από κάθε άλλη γλωσσική οντότητα, τα επιτεύγματα και του αρχαίου ελληνικού πολιτισμού.
Αυτό όμως που αποτέλεσε μεγάλη έκπληξη ήταν ότι ένας έμπειρος καθηγητής και πολιτικός, που διακρίθηκε στο δημόσιο διάλογο για τη ρητορική του δεινότητα, επιχειρώντας να απεικονίσει τα πολλά συμπίπτοντα χρονικά και αλληλοδιαδεχόμενα σκάνδαλα τής κυβέρνησης (παρόμοια των οποίων σε ποσότητα και ένταση δεν παρατηρήθηκαν σε καμιά κυβέρνηση τής μεταπολεμικής περιόδου), μίλησε παραστατικά για «συναστρία σκανδάλων».
Αλλά η ωραία αυτή λέξη,-που εκφράζει την ανεπανάληπτη εικόνα τού καθαρού ουρανού με τα άστρα διαφόρου βάθους και απόστασης να σχηματίζουν σε ορισμένα σημεία, ως εκ της πυκνότητάς τους, τις περίφημες «συναστρίες»-, μεταφέρει τον παρατηρητή στην αίσθηση του σύμπαντος κόσμου και του δημιουργεί μιαν αγαλλίαση για το θέαμακαι την πολυπλοκότητα της δημιουργίας, για το προνόμιο τού ανθρωπίνου όντος να συλλαμβάνει την ομορφιά στην απόλυτη πληρότητά της. Συνεπώς δεν πρέπει να χρησιμοποιείται για τα χαμερπή, τα έκνομα, τα άσχημα, τα κακά πεπραγμένα μιας σαθρής κυβέρνησης. Για την περίσταση τής συρροής τόσων και τόσων σκανδάλων, η φράση «βροχή μετεωριτών» θα ήταν καταλληλότερη αφού ήθελε να απεικονίσει τη συρροή σκανδάλων με αστρονομικούς όρους. Αυτοί είναι που αποκόπτονται από την ουράνια αρμονία και «επιπίπτουν επί της γης» προξενώντας βιβλικές καταστροφές.
Αλλά απευθείας φθορά τού νοήματος ολόκληρων φράσεων της ελληνικής γλώσσας ήταν η πρόσφατη πρωθυπουργική διατύπωση, για να αμυνθεί έναντι των γενικευμένων πλέον κατακρίσεων για το λεγόμενο «επιτελικό κράτος» των 60 και πλέον μελών τής κυβέρνησης, των εκατοντάδων Γενικών Γραμματέων και των χιλιάδων συμβούλων και άλλων μετακλητών υπαλλήλων. Δήλωσε επί λέξει: «Εάν δεν υπήρχε το επιτελικό κράτος, δεν θα μπορούσαμε να διαθέσουμε τα 35 δις του Ταμείου Ανάκαμψης…».
Εδώ κάθε πολίτης σηκώνει τα χέρια. Γιατί γνωρίζει ότι οι ελάχιστες εταιρίες που μοιράστηκαν τα 35 δις είναι λιγότερες από τα μέλη τού Υπουργικού Συμβουλίου. Δηλαδή επρόκειτο για υπόθεση λίγων εβδομάδων προκειμένου να επισκοπηθούν (αν αυτό ποτέ έγινε) οι σχετικές μελέτες, άνευ των οποίων δεν εκταμιεύονται τα ποσά από το Κοινοτικό Ταμείο.
Εδώ όντως πρόκειται περί της μείζονος γλωσσικής-πολιτικής λοιδορίαςτού υπερσυγκεντρωτικού και προσωποποιημένου κράτους, για τη λειτουργία του οποίου το τίμημα που πληρώνει η ελληνική κοινωνία είναι βαρύ και αμετάκλητο.

