ΑρχικήΗλεία-Δυτική Ελλάδα«Η αλήθεια πίσω από το κυβερνητικό αφήγημα της ανάπτυξης»

«Η αλήθεια πίσω από το κυβερνητικό αφήγημα της ανάπτυξης»

Γράφει ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος
(Καθηγητής Πανεπιστημίου Πατρών)

Η κυβέρνηση έχει καταφέρει να επιβάλει έναν συγκεκριμένο τρόπο να μιλάμε για την οικονομία. Η συζήτηση περιστρέφεται σχεδόν αποκλειστικά γύρω από τους ίδιους δείκτες. Ανάπτυξη, πρωτογενή πλεονάσματα, αποκλιμάκωση του χρέους ως ποσοστού του ΑΕΠ, αναβαθμίσεις και εμπιστοσύνη των αγορών.
Η εικόνα είναι επιμελημένη και πολιτικά, σχετικά αποτελεσματική.
Δεν είναι όμως ολόκληρη η αλήθεια.
Ναι, η χώρα έχει απομακρυνθεί από τις δραματικές συνθήκες της δημοσιονομικής κρίσης. Ναι, η κατάσταση είναι πιο σταθερή από ό,τι πριν από δεκαπέντε χρόνια.
Αυτό δεν αρκεί, όμως, για να στηρίξει τον κυβερνητικό θρίαμβο.
Διότι άλλο πράγμα η έξοδος από την έντονη αστάθεια και άλλο η είσοδος σε μια νέα περίοδο πραγματικής οικονομικής ανάπτυξης. Η σταθεροποίηση δεν σημαίνει από μόνη της οικονομικό μετασχηματισμό. Ένας πιο πειθαρχημένος προϋπολογισμός δεν ισοδυναμεί με νέο αναπτυξιακό υπόδειγμα. Και η βελτίωση των αριθμών δεν λέει, από μόνη της, τι δυνατότητες έχει η οικονομία και πόσο ανθεκτική είναι η πορεία της.
Εκεί βρίσκεται και ο πυρήνας του προβλήματος.
Πίσω από την κυβερνητική βιτρίνα παραμένει ενεργό ένα μοντέλο που δεν έχει ξεπεράσει τις βασικές του αδυναμίες.
Η ανάπτυξη εξακολουθεί να στηρίζεται σε μεγάλο βαθμό σε ευρωπαϊκές ροές, σε επενδυτικά σχήματα με ισχυρό εισαγόμενο περιεχόμενο και σε έναν τουρισμό που λειτουργεί ως μόνιμο υποκατάστατο μιας σοβαρής παραγωγικής στρατηγικής.
Η παραγωγική βάση της χώρας δεν έχει διευρυνθεί στον βαθμό που θα έδινε ασφάλεια για το μέλλον. Η μεταποίηση παραμένει αδύναμη, η τεχνολογική συμβολή περιορισμένη και η σύνδεση της έρευνας και της γνώσης με την πραγματική οικονομία κατώτερη των αναγκών.
Αυτό είναι το πραγματικό πολιτικό θέμα, όσο κι αν καλύπτεται από τη συστηματική επικοινωνιακή διαχείριση.
Μια κυβέρνηση μπορεί να εμφανίζει εικόνα κανονικότητας αποσπώντας θετικές αξιολογήσεις και να χτίζει καλύτερη σχέση με τις αγορές. Όλα αυτά έχουν σημασία. Δεν αρκούν όμως για να πειστεί η κοινωνία ότι η χώρα έχει πράγματι αλλάξει σελίδα.
Η αλλαγή σελίδας δεν μετριέται μόνο με τα διαγράμματα και δείκτες. Μετριέται όταν μειώνονται οι εξαρτήσεις, όταν ενισχύεται η εγχώρια παραγωγή και όταν η ανάπτυξη αποκτά διάρκεια και δεν στηρίζεται κάθε φορά σε εξωτερικές ενέσεις και στην αντοχή της κοινωνίας.
Εδώ ακριβώς αποτυπώνεται και η φτώχεια του σημερινού κυβερνητικού λόγου.
Έχει αναγάγει τη δημοσιονομική πειθαρχία σε σχεδόν μοναδικό τεκμήριο επιτυχίας. Σαν να αρκεί η λογιστική ευταξία για να πούμε ότι το παραγωγικό πρόβλημα της χώρας λύθηκε. Σαν να είναι αρκετή η πτώση ενός δείκτη για να πιστέψουμε ότι η Ελλάδα απέκτησε νέα οικονομική ταυτότητα. Δεν την απέκτησε όμως.
Μια οικονομία που συνεχίζει να εισάγει πολλά από όσα χρειάζεται για να επενδύσει, να εκσυγχρονιστεί και να αναπτυχθεί, παραμένει ευάλωτη.
Μια οικονομία που στηρίζει υπερβολικά πολλά στον τουρισμό, δεν έχει χτίσει ισορροπημένο παραγωγικό υπόβαθρο.
Και μια κοινωνία που ζει με πίεση στο εισόδημα, με στεγαστική ασφυξία και με διάχυτη ανασφάλεια, δεν έχει λόγο να συμμεριστεί την κυβερνητική αισιοδοξία.
Στο ήδη βαρύ αυτό τοπίο έρχεται να προστεθεί και μια ακόμη παθογένεια που διαπερνά το κράτος και ακυρώνει κάθε μεγαλόστομη αναφορά σε αναπτυξιακή μετάβαση. Η διαφθορά.
Οι υποθέσεις γύρω από τον ΟΠΕΚΕΠΕ είναι ένδειξη, ότι τμήματα του κρατικού και κομματικού μηχανισμού εξακολουθούν να αντιμετωπίζουν δημόσιους και ευρωπαϊκούς πόρους ως υλικό πελατειακής διανομής. Όσο αυτή η λογική επιβιώνει, κάθε επίκληση εθνικού σχεδίου μένει κενή περιεχομένου. Διότι παραγωγική ανασυγκρότηση χωρίς θεσμική ηθική και ακεραιότητα δεν γίνεται.
Και σοβαρή πολιτική ανάπτυξης δεν μπορεί να υπάρξει όταν το κράτος λειτουργεί, σε κρίσιμους τομείς, ως πεδίο εξυπηρετήσεων ημετέρων και όχι ως εργαλείο συλλογικού σχεδιασμού.
Το ίδιο ισχύει και για τη, σχεδόν ιδεολογική, προσήλωση στον τουρισμό. Πρόκειται ασφαλώς για ισχυρό πλεονέκτημα της χώρας. Δεν μπορεί όμως να αντιμετωπίζεται ως μόνιμη απάντηση σε κάθε παραγωγικό έλλειμμα.
Καμία σοβαρή οικονομία δεν θεμελιώνει τη μακροχρόνια ανθεκτικότητά της σχεδόν αποκλειστικά στις αφίξεις, στη σεζόν και στην κατανάλωση υπηρεσιών.
Η Ελλάδα χρειάζεται πολύ περισσότερα. Χρειάζεται ισχυρότερη μεταποίηση, τεχνολογική αναβάθμιση, καλύτερη αξιοποίηση της γνώσης, ουσιαστική σύνδεση πανεπιστημίων και παραγωγής και βέβαια, περιφερειακή ανάπτυξη με πραγματικό οικονομικό και κοινωνικό αποτύπωμα.
Γι’ αυτό το πραγματικό διακύβευμα της επόμενης περιόδου δεν είναι η καλύτερη διαχείριση του ίδιου μοντέλου.
Είναι η αλλαγή πολιτικής κατεύθυνσης.
Η χώρα χρειάζεται ένα νέο εθνικό σχέδιο που θα μεταφέρει το κέντρο βάρους από την επικοινωνία στην παραγωγή, από την εξάρτηση στην παραγωγική αυτάρκεια και από την ανοχή στη διαφθορά στη δημόσια λογοδοσία και ευθύνη.
Χρειάζεται σύγκρουση με τα πελατειακά δίκτυα και με τα κυκλώματα που λυμαίνονται τους πόρους, ενίσχυση της παραγωγικής βάσης, στήριξη της εργασίας, σοβαρή περιφερειακή πολιτική και κράτος ικανό να σχεδιάζει με όρους δημόσιου συμφέροντος.
Αν λοιπόν η Ελλάδα θέλει πράγματι να αλλάξει εποχή, πρέπει να αλλάξει πολιτική.
Τότε μόνο η ανάπτυξη, από αφήγημα εξουσίας θα γίνει πραγματική εθνική προοπτική.

*Ο Γιώργος Παναγιωτόπουλος είναι Καθηγητής και Αντιπρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών. Το παρόν άρθρο αποτυπώνει αποκλειστικά προσωπικές απόψεις του συντάκτη, οι οποίες δεν εκφράζουν και δεν αντιπροσωπεύουν, σε καμία περίπτωση, το Πανεπιστήμιο Πατρών.

ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΠΙΣΗΣ