Γράφει η Άννα Κορτέση,
(MSc Κλινική ψυχολόγος,
Γραμματέας Δημοτικού Συμβουλίου Δήμου Ήλιδας)
Κάθε φορά που μια γυναικοκτονία συγκλονίζει την κοινή γνώμη, η κοινωνία σπεύδει να εκφράσει αποτροπιασμό, θλίψη και οργή. Γεμίζουν τα μέσα κοινωνικής δικτύωσης με μηνύματα συμπαράστασης και τα τηλεοπτικά πάνελ με αναλύσεις για το «πώς φτάσαμε ως εδώ».
Όμως η αλήθεια είναι πιο άβολη, δεν φτάσαμε ξαφνικά εδώ. Φτάσαμε μέσα από μια κουλτούρα καθημερινής κριτικής, ελέγχου και κοινωνικής πίεσης που εδώ και δεκαετίες δηλητηριάζει τις ανθρώπινες σχέσεις.
Ζούμε σε μια κοινωνία που κατακρίνει τη γυναίκα σχεδόν για κάθε της επιλογή. Αν χωρίσει, θα σχολιαστεί. Αν μείνει μόνη, θα θεωρηθεί αποτυχημένη. Αν ξαναφτιάξει τη ζωή της, θα κατηγορηθεί ότι «προχώρησε γρήγορα». Αν εργάζεται πολλές ώρες, δεν αφιερώνεται αρκετά στην οικογένεια. Αν δεν εργάζεται, εξαρτάται από άλλους. Αν βγει για μια βόλτα, θα κριθεί. Αν αφήσει τα παιδιά της σε κάποιον να τα προσέξει, θα χαρακτηριστεί αδιάφορη μητέρα. Αν τα πάρει μαζί της παντού, θα ακούσει ότι τα ταλαιπωρεί.
Η κριτική δεν σταματά ποτέ. Αφορά τον τρόπο που ντύνεται, το πώς μεγαλώνει τα παιδιά της, τι αγοράζει, τι μαγειρεύει, τι δημοσιεύει, πώς μιλά και ακόμη και το πώς επιλέγει να ζήσει τη ζωή της.
Και το πρόβλημα δεν προέρχεται αποκλειστικά από τους άνδρες. Συχνά αναπαράγεται και από γυναίκες που έχουν γαλουχηθεί μέσα στα ίδια στερεότυπα. Η ζήλια, η ανάγκη κοινωνικής επιβεβαίωσης και η αίσθηση ανωτερότητας μετατρέπονται σε κακεντρεχή σχόλια και τοξικές συμπεριφορές, δημιουργώντας ένα περιβάλλον όπου η διαφορετική επιλογή αντιμετωπίζεται ως απειλή.
Την ίδια στιγμή, εξακολουθούμε να μεγαλώνουμε αγόρια με αντιλήψεις που συνδέουν την αξία τους με την κυριαρχία και τον έλεγχο. Μεγαλώνουμε «τέλειους γιους» που δυσκολεύονται να αποδεχθούν την απόρριψη, γιατί κανείς δεν τους έμαθε ότι ένας χωρισμός δεν είναι ταπείνωση αλλά μέρος της ζωής. Ότι ένας άνθρωπος μπορεί να επιλέξει διαφορετικό δρόμο χωρίς αυτό να σημαίνει αποτυχία ή προσβολή.
Ακόμη και σήμερα, πολλοί γονείς ανησυχούν μήπως ο γιος τους θεωρηθεί λιγότερο άνδρας αν βοηθά στις δουλειές του σπιτιού, αν φροντίζει τα παιδιά ή αν εκφράζει τρυφερότητα. Αντίθετα, η επιθετικότητα συχνά αντιμετωπίζεται ως φυσικό χαρακτηριστικό της ανδρικής φύσης. Μαθαίνουμε στα αγόρια ότι η σκληρότητα είναι δύναμη και η ευαισθησία αδυναμία. Και αργότερα αναρωτιόμαστε γιατί κάποιοι αδυνατούν να διαχειριστούν τον θυμό, την απόρριψη ή τη ματαίωση.
Η βία δεν γεννιέται τη στιγμή του εγκλήματος. Καλλιεργείται καθημερινά μέσα από μικρές συμπεριφορές, σχόλια και αντιλήψεις που θεωρούμε αθώες. Μέσα από την απαξίωση, τον έλεγχο, την κτητικότητα και την πεποίθηση ότι κάποιος άνθρωπος μάς ανήκει.
Αν θέλουμε πραγματικά να αντιμετωπίσουμε τις γυναικοκτονίες, δεν αρκεί να θρηνούμε μετά από κάθε τραγωδία. Χρειάζεται να αλλάξουμε τον τρόπο που μεγαλώνουμε τα παιδιά μας, τον τρόπο που μιλάμε για τους άλλους και τον τρόπο που αντιμετωπίζουμε τις επιλογές των συνανθρώπων μας. Χρειάζεται να μάθουμε να σεβόμαστε την ελευθερία, τη διαφορετικότητα και το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να ορίζει τη ζωή του.
Ίσως τότε να πάψουμε να είμαστε μια κοινωνία που πρώτα κατακρίνει και μετά θρηνεί. Γιατί πίσω από κάθε δάκρυ, πίσω από κάθε ψυχική κακοποίηση και πίσω από κάθε γυναικοκτονία, δεν κρύβεται μόνο ο δράστης. Κρύβεται και ένα κομμάτι μιας κοινωνίας που για χρόνια επέλεγε να σιωπά, να δικαιολογεί ή να κοιτάζει αλλού.
Η πραγματική αλλαγή θα έρθει όταν σταματήσουμε να κρίνουμε τον διπλανό μας και αρχίσουμε να τον αντιμετωπίζουμε με σεβασμό και ανθρωπιά. Μέχρι τότε, οι κραυγές αγανάκτησης μετά από κάθε τραγωδία θα μοιάζουν περισσότερο με προσπάθεια αυτοαθώωσης παρά με ουσιαστική διάθεση για αλλαγή.

