ΑρχικήΗλεία-Δυτική ΕλλάδαΓιώργος Παυλίδης, μουσικός

Γιώργος Παυλίδης, μουσικός

Προσθέστε το Protinews.com.gr στις προτιμήσεις σας ακολουθώντας μας στη Google

Add Protinews.com.gr on Google

Γιώργος Παυλίδης, μουσικός

Γεννήθηκε στον Πύργο και τελείωσε το 1ο Λύκειο. Παίζει στους «Πεθαίνουν στο Τέλος», μια ανεξάρτητη μπάντα που έχει κάνει μεγάλη αίσθηση τα τελευταία χρόνια στο αθηναϊκό κοινό.

Συνέντευξη του Γιώργου Παυλίδη στο news247.gr

Στον Πύργο που μεγάλωσες, όσοι ακούγατε πανκ, πού μαζευόσασταν;
Δεν υπήρχε συγκεκριμένα κάποιο πανκ στέκι, μόνο ένα καφενείο που συχνάζαμε . Κατά κύριο λόγο μαζευόμασταν έξω, στην πλατεία της πόλης.

Ήμασταν μια παρέα εφήβων – μεταλλάδες, πάνκηδες, ροκάδες. Κάποιοι δεν άκουγαν και τίποτα. Απλά ήταν στην παρέα.

Και απ’ αυτήν την παρέα, πότε αρχίσατε κάποιοι να κάνετε πρόβες, παίζοντας πανκ;
Γύρω στο ‘93-‘94. Πάντως, δεν θεωρώ ότι παίζαμε αμιγώς πανκ. Μπορείς να το εντάξεις στο ελληνικό ροκ.

Ε, ναι αφού εσύ είχες μακριά μαλλιά τότε.
Όλοι είχαμε. Νομίζω ότι είμαστε οι γενιές που το πανκ εγκολπώθηκε στη ροκ μουσική με ένα γενικό τρόπο. Δεν θυμάμαι ποτέ να είπαμε ότι πάμε να κάνουμε ένα πανκ συγκρότημα.

Και πόσο χρονών κάνατε το συγκρότημα “Χάσμα”;
14-15. Ήμασταν περίπου ίδια ηλικία και οι τέσσερις. Αν και στην αρχή ήταν και άλλα μέλη.

Και πού κάνατε πρόβες;
Στο υπόγειο του σπιτιού μου.

Α, οι γονείς σου δηλαδή ήταν ανοιχτόμυαλοι, δεν είχαν θέμα, “ναι, να έρθουν τα παιδιά εδώ…”.
Ναι, αλλά νομίζω ότι το ανέχονταν και λίγο. Δεν γινόταν κι αλλιώς. Και με τον ντράμερ, τον Γιάννη Γιαννακόπουλο, που ήμασταν και οι καλύτεροι φίλοι, μέναμε και στην ίδια πολυκατοικία. Κάναμε, λοιπόν, την μπάντα, αρχίσαμε και φτιάχναμε τραγούδια, και όσα χρόνια ήμασταν εκεί, κάναμε και συναυλίες τα καλοκαίρια.

Πού παίζατε;
Στο γυμναστήριο του σχολείου μας. Στο 1ο Λύκειο κάναμε και την πρώτη μας συναυλία, τότε που φέραμε τους Panx Romana στον Πύργο.

Οπότε το πρώτο ντέμο το ηχογραφείτε το ‘96.

Ήρθαμε ένα καλοκαίρι στην Αθήνα και το γράψαμε στο Studio Live. Εκεί γράψαμε και τους επόμενους δύο δίσκους. Εκεί είδα κι εγώ πρώτη φορά στούντιο ηχογραφήσεων και αγάπησα την ηχοληψία αμέσως.

Το ντέμο σε πόσα αντίτυπα το μοιράσατε;
Αν θυμάμαι ήταν κάτω από 200. Ήταν μια κασέτα που την αντιγράφαμε, βάζαμε το εξώφυλλο και τη μοιράζαμε πιο πολύ στον Πύργο -καμιά φορά στέλναμε και με το ταχυδρομείο.

Όλα τα εικαστικά τα έκανε ο Δημήτρης Κορδαλής. Αδελφικός φίλος.

Και μετά το ‘98 βγάλατε τα “Χρώματα του Μίσους” που ήταν τοπ δουλειά.
Θεωρώ ότι ήταν αντιπροσωπευτικό της εποχής και της ηλικίας μας. Μίλαγε μια γλώσσα που άγγιζε τους συνομηλίκους μας.

Όλα τα παιδιά που μεγαλώσαμε εκείνη την εποχή, φτάνοντας στα 20, είχαμε ζήσει αυτήν την πασοκοκρατούμενη κατάσταση, αυτού του είδους την κοινωνία, την ψεύτικη με τις παράξενες αντιφάσεις, που ένας νέος άνθρωπος μπορεί να μην καταλαβαίνει αλλά κάποια στιγμή προσπαθεί ή κάτι να πει ή κάτι να κάνει. Δεν το θεωρώ ιδιαίτερα σημαντικό άλμπουμ. Το θεωρώ σημαντικό στην εποχή του και σε σχέση και με ένα κενό που είχε δημιουργηθεί στο ελληνόφωνο ροκ.

Αυτά τα τραγούδια στα “Χρώματα του Μίσους” τα έχεις γράψει εσύ; Και τους στίχους;
Όλοι οι στίχοι των Χάσμα είναι δικοί μου. Όπως και τα τραγούδια στη βασική γραφή τους. Μετά στο γκρουπ έβαλε ο καθένας την πινελιά του.

Πόσο κράτησε δηλαδή αυτό στον Πύργο; Έφυγες στα 18 σου ή μείνατε κι άλλα χρόνια;
Εγώ έφυγα στα 19 μου, ήρθα στην Αθήνα για σπουδές. Μέσα σε δύο τρία χρόνια είχαμε έρθει όλοι εδώ.

Γενικά πάντως μου φαίνεται σαν να μην περίμενες όλη αυτή την απήχηση που υπάρχει ακόμα.
Δεν την περίμενα! Τα επόμενα χρόνια που άρχισε ο κόσμος στις συναυλίες να γίνεται πάρα πολύς, είδαμε ότι είχε απήχηση το γκρουπ. Και αυτό γιατί μίλαγε σε παιδιά που έχουν πάνω κάτω τους ίδιους προβληματισμούς.

Που ανήκουν και σε κάποιο συγκεκριμένο χώρο πολιτικά;

Σίγουρα ανήκαμε στον ευρύτερο αντιεξουσιαστικό χώρο. Στον χώρο των καταλήψεων.

Δεν έχετε παίξει ποτέ με εισιτήριο;
Δεν βγάλαμε ούτε ένα ευρώ. Κάναμε όλοι άλλες δουλειές.

Η πρώτη πρώτη φορά που παίξατε Αθήνα πότε ήταν γιατί νομίζω ότι αργήσατε λίγο.
Ναι. Νομίζω το 2000 ήταν στη Βίλα Αμαλίας.

Μου είπαν ότι έκλεινε η Χέιδεν απ’ έξω χωρίς καν να βάζετε αφίσα ότι θα παίξετε.
Από κάποια στιγμή και μετά, ναι, είχαμε πάρα πολύ κόσμο στις συναυλίες. Οι Χάσμα μπορεί να παίζανε 10-15 live το χρόνο, αλλά τα πιο πολλά από αυτά ήταν συγκλονιστικά. Δηλαδή οι συναυλίες μέχρι τότε ήταν των 200 ατόμων, άντε σε μια καλή περίπτωση των 500. Και ξαφνικά μετά το 2003-2004, δηλαδή μετά και το τρίτο άλμπουμ, αρχίσαμε να έχουμε χιλιάδες κόσμο.

Οι περισσότεροι στίχοι σας έχουν να κάνουν με κοινωνικά ζητήματα;
Ναι. Εγώ προσπαθούσα να αποφεύγω τη συνθηματολογία και τις πολιτικές αναφορές, γιατί πάντα θεωρούσα ότι η μουσική, ως κομμάτι τέχνης πρέπει να αφορά ευρύτερα.

Μου στείλανε και πολλά εγκωμιαστικά σχόλια για τον τρόπο που παίζεις κιθάρα.
Μεγάλη μου χαρά. Αγάπησα τη μουσική απ’ το σπίτι μου και πήγα στο κλασικό ωδείο για κάποια χρόνια χωρίς να προχωρήσω ιδιαίτερα. Συνέχισα όμως να παίζω κιθάρα και να γράφω τραγούδια από μικρές ηλικίες.

Όταν μετά από πολλά χρόνια ήρθα στην Αθήνα, έκανα μαθήματα με τον Βασίλη Σπυρόπουλο, που είχε μαζί με τον αδερφό του τον Νίκο ένα ωδείο στην πλατεία Αμερικής, εκεί στο πατρικό τους.

Το τελευταίο σας live ως Χάσμα πότε το δώσατε;
Στα τέλη του 2010.

Ξέρεις ότι κλασική ερώτηση πάντα για ένα συγκρότημα είναι “και γιατί διαλυθήκατε”:
Για διαπροσωπικούς λόγους. Ήταν μια παρέα που είχε φτάσει στα 30 και όπως συμβαίνει γενικότερα στις παρέες, αρχίσαμε να έχουμε διαφωνίες. Η μπάντα διαλύθηκε, η παρέα έσπασε. Δεν έσπασε στο να μη μιλιέται. Ποτέ δεν πάψαμε να είμαστ αυτή η παρέα από τον Πύργο.

Τότε δεν είχατε και social media κτλ.
Δεν υπήρχε τίποτα. Υπήρχε ένα CD το οποίο έβγαινε σε μερικά αντίτυπα και το οποίο έφευγε χέρι χέρι. Το δίναμε σε τιμή κόστους. Επίσης, εκείνη ήταν και μια εποχή άρνησης της εικόνας, το δικό μας αντεργκράουντ δεν ήθελε να φωτογραφηθεί, σε αντίθεση με αυτό που επακολούθησε σήμερα, όπου όλα πλέον είναι εικόνα, δηλαδή τρώμε εμείς και ανεβάζουμε φωτογραφία.

Ωραία, το 2010 διαλύεται το συγκρότημα και το 2015 φτιάχνεις τους “Πεθαίνουν στο τέλος”. Ενδιάμεσα, για πέντε χρόνια τι έκανες;
Είχαμε φτιάξει τους “Μπρος” μαζί με τον Μπάμπη Πολιτόπουλο και με τον Σταμάτη Φουσέκη, ένα τρίο ακουστικό με κιθάρα, μπουζούκι και κοντραμπάσο. Καμία σχέση με ό,τι έκανα πριν.

Και τι παίζατε;
Γράφαμε δική μας μουσική, η οποία ήταν κατά κύριο λόγο ορχηστρική. Παίξαμε πάρα πολύ εκείνα τα χρόνια, σχεδόν κάθε εβδομάδα ήμασταν σε κάποιο μπαράκι. Προσπαθούσαμε να κάνουμε κάτι φρέσκο, κάτι που να συμπεριλαμβάνει λαϊκά ή και μπλουζ στοιχεία.

Και το ‘15 πώς ξεκινάνε οι «Πεθαίνουν Στο Τέλος»;
Ξεκίνησε ως μουσική γνωριμία με τον Δημήτρη Μακρή, που παίζει στους Bad Movies. Τους έκανα μία ηχογράφηση, γίναμε φίλοι και κάποια στιγμή είπαμε τι ωραία που θα ήταν να κάνουμε ένα πρότζεκτ μαζί. Με τον Κώστα Διαμαντόπουλο που παίζει κιθάρα γνωριζόμασταν από τον Πύργο.

Από το φθινόπωρο του 2019 η σύνθεση της μπάντας ”Πεθαίνουν Στο Τέλος” αποτελείται από τους εξής:

Γιώργος Παυλίδης: Κιθάρα, φωνή
Δημήτρης Μακρής: Μπάσο, φωνή
Κώστας Διαμαντόπουλος: Κιθάρα, φωνή
Σωτήρης Ντούβας: Τύμπανα

Πώς είναι η αίσθηση σήμερα να ανήκεις σε ένα συγκρότημα και πώς ήταν τότε με τους Χάσμα;
Είναι διαφορετικό γιατί είναι 30 χρόνια μετά, οπότε εγώ δεν είμαι πια ένας 25χρονος. Είμαι ένας 45άρης.

Τότε ζούσες το ροκ όνειρο;
Τότε ήμουν ένα κομμάτι της γενιάς μου. Σήμερα το θεωρώ ευλογία ότι μπορώ να υπάρχω στην ελληνική ανεξάρτητη σκηνή, γιατί την έχω αγαπήσει πολύ στη ζωή μου. Και χαίρομαι που μου δίνεται μια δεύτερη ευκαιρία να είμαι ξανά στην ίδια σκηνή με ένα νέο σχήμα…