Τέως βασιλιάς Κωνσταντίνος: Το «ύστατο χαίρε» στον τελευταίο βασιλιά των Ελλήνων

100

Η επικήδεια τελετή και η ταφή στο Τατόι – Τον αποχαιρέτησαν χιλιάδες πολίτες – Η ελληνική σημαία σκέπασε το φέρετρο

Με τον θάνατο, την επικήδεια τελετή στη Μητρόπολη των Αθηνών και εν τέλει την ταφή του στα κτήματα του Τατοΐου, δίπλα στα μνήματα των γονέων του, ολοκληρώθηκε ο βίος και η πολιτεία του Κωνσταντίνου Β’, τέως βασιλέα της Ελλάδος, ο οποίος οδηγήθηκε ως απλός πολίτης και όχι ως τέως αρχηγός κράτους ή, έστω, δημοσία δαπάνη, στην «τελευταία κατοικία του», σύμφωνα με την τυποποιημένη έκφραση.

Γι’ αυτό και είχε ιδιαίτερη βαρύτητα αυτό το «βασιλέως ημών γενομένου», η εμβόλιμη φράση που χρησιμοποίησε ο Αρχιεπίσκοπος Ιερώνυμος επανειλημμένως κατά τη χοροστασία του στην εξόδιο ακολουθία προς τιμήν του τεθνεώτος.

Παρά την απόφαση της πολιτείας να κρατήσει τις ισορροπίες, η κηδεία του Κωνσταντίνου αναδείχθηκε εν τέλει σε μείζον -ακόμη και διεθνούς εμβέλειας- γεγονός. Αφ’ ενός με την προσέλευση μελών σχεδόν από κάθε εναπομείναντα μοναρχικό οίκο, της Ευρώπης και όχι μόνον. Αφ’ ετέρου -και κυρίως- με την αθρόα προσέλευση των Ελλήνων, διασήμων και μη, οι οποίοι κατά χιλιάδες περικύκλωσαν το ναό της Μητροπόλεως.

Εν τέλει, η νεκρώσιμη ακολουθία  τελέστηκε με την παρουσία κορυφαίων στελεχών της κυβέρνησης (του αντιπροέδρου Παναγιώτη Πικραμμένου, του πρώτου τη τάξει υπουργού Εσωτερικών Μάκη Βορίδη, της υπουργού Πολιτισμού Λίνας Μενδώνη και, εμμέσως του Άδωνη Γεωργιάδη, ο οποίος παρέστη εμμέσως, δια της συζύγου του, Ευγενίας Μανωλίδου αυτού), του πρώην πρωθυπουργού Αντώνη Σαμαρά, βουλευτών κ.ά.

Στην πράξη, για χάρη του ύστατου αποχαιρετισμού στον Κωνσταντίνο Β’, τον επιλεγόμενο και «Γλύξμπουργκ» ώστε να τονίζεται, υποτιμητικά, η ξενική καταγωγή του, στην Αθήνα έλαβε χώρα η μεγαλύτερη συγκέντρωση εστεμμένων μετά από την κηδεία της βασίλισσας Ελισάβετ, δημιουργώντας την ατμόσφαιρα μιας εποχής προ πολλού ξεχασμένης. Τόσοι πολλοί «γαλαζοαίματοι» είχαν να συναθροιστούν στην ελληνική πρωτεύουσα -και, ω της συμπτώσεως, στη Μητρόπολη- από το Σεπτέμβριο του 1964. Δηλαδή, από το γάμο του 24χρονου τότε Κωνσταντίνου Β’ με την 18χρονη Άννα-Μαρία. Ύστερα από σχεδόν 60 χρόνια, η Αθήνα συντονίστηκε με το ρυθμό ενός τελετουργικού και μιας εθιμοτυπίας μοναρχικού τύπου.

Παρόντων, λοιπών, εν ενεργεία βασιλέων, πριγκίπων, πριγκιπισσών, διαδόχων, δουκών κ.λπ., ο πρωτότοκος υιός του Κωνσταντίνου Β’ ανέλαβε να εκφωνήσει τον δέοντα επικήδειο για τον αγαπημένο πατέρα του. Σε κάπως ασταθή ελληνικά, αλλά σε πολύ πιο ρέοντα αγγλικά, ο Παύλος ανέγνωσε την ομιλία του, επιχειρώντας μια σύντομη ανασκόπηση της ζωής του πατρός του.

«Κωνσταντίνε, μεγαλειότατε, βασιλιά, πατέρα μου» ήταν η αρχική προσφώνηση εκ μέρους του υιού, για να ακολουθήσουν αναφορές στον Ολυμπιακό άθλο του Κωνσταντίνου, με το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς Αγώνες του 1960 -το οποίο και εξετίθετο μπροστά στο φέρετρο. Κατόπιν, ο Παύλος μίλησε για το κενό που αφήνει στην οικογένεια ο θάνατος του τέως βασιλιά, ενώ ιδιαίτερο ενδιαφέρον είχε ο τρόπος με τον οποίον προσέγγισε το πιο ευαίσθητο σημείο της θητείας του -την τριετία που μεσολάβησε ανάμεσα στη διαδοχή του βασιλέα Παύλου το Μάρτιο του 1964 και το πραξικόπημα της 21ης Απριλίου 1967.

«Ήταν μια δύσκολη εποχή, πατέρα, όταν ανέβηκες στο θρόνο» είπε στον επικήδειό του ο Παύλος «με σκληρότατες συγκρούσεις. Πάθη αβυσσαλέα. Και το αποτέλεσμα, κάτι που δεν το θέλησε κανείς. Από την πρώτη στιγμή αντιστάθηκες με σθένος και αναζήτησες τρόπο ανατροπής των πραξικοπηματιών. Η προσπάθειά σου απέτυχε, όμως δεν ήθελες, μένοντας στην Ελλάδα να γίνεις η αιτία μιας νέας αιματοχυσίας. Πάντα πιστός στην παρακαταθήκη του πατέρα σου, δέχθηκες με σεβασμό την απόφαση του ελληνικού λαού».

Η αναφορά του Παύλου στον παππού του, ενώ απευθυνόταν στο κλειστό φέρετρο του Κωνσταντίνου, ήταν η εξής: «Πατέρα, στερήθηκες πολύ νέος τον πατέρα σου, τον βασιλέα Παύλο, τον παππού μου. Τήρησες όμως την παρακαταθήκη του, που άφησε όταν έγινες 18 χρονών και ανέλαβες την ευθύνη του διαδόχου του ελληνικού θρόνου. Και παρέλαβες το ξίφος του αξιωματικού των ευλογημένων Ενόπλων Δυνάμεων της Ελλάδος. Σου είπε: ‘Αφιέρωσον την ζωήν σου εις την ευτυχίαν της πατρίδος. Ουδεμία ευγενεστέρα και πλέον αξιόλογος αποστολή. Ενθυμού πάντοτε ότι προτιμώτερον είναι να υποφέρει ο βασιλεύς, παρά ο λαός και η χώρα. Έσο φύλαξ και προστάτης της αγίας ημών Εκκλησίας. Θεράπευε την προσβολήν διά της συγγνώμης, την διχόνοιαν διά της ενότητος, την πλάνην διά της αληθείας, την αμφιβολίαν διά της πίστεως’». Ρήσεις του βασιλέα Παύλου από την τελετή ενηλικίωσης του διαδόχου Κωνσταντίνου, στις 28 Ιουνίου 1958.

Μεταξύ άλλων, στον επικήδειό του για τον Κωνσταντίνο Β’, ο Παύλος έκανε λόγο για «συμβόλαιο τιμής με όσα σου όρισε ο πατέρας σου. Ένας ιερός κανόνας συμπεριφοράς για εμάς. Τον ετίμησες εσύ σε όλη σου τη ζωή. Δόξασες τη χώρα με το χρυσό μετάλλιο στους Ολυμπιακούς του 1960. Έφερες τιμή στη γαλανόλευκη σημαία και στην πατρίδα μας.

»Η αποφασιστική επιρροή στην εκλογή της Αθήνας για την διοργάνωση των Ολυμπιακών Αγώνων του 2004, ήταν μία από τις σημαντικότερες επιτυχίες σου. Και μαζί με τη μητέρα μας, δημιουργήσατε μια μεγάλη οικογένεια, που την ενώνει άρρηκτα η αγάπη, η έννοια του καθήκοντος προς την πατρίδα. Ο Θεός, σε αξίωσε πατέρα να αφήσεις την τελευταία σου πνοή στην πατρίδα μας, που αγάπησες όσο τίποτα άλλο σε όλη σου τη ζωή.

«’Ισχύς μου η αγάπη του λαου» ήταν και πάντα θα είναι ο κανόνας της οικογένειάς μας. Για εμάς, όμως και για κάθε Έλληνα, η ισχύς της πατρίδας είναι η αγάπη του Έλληνα για αυτήν».

Της εξοδίου ακολουθίας στη Μητρόπολη είχε προηγηθεί η έκθεση του νεκρού σε λαϊκό προσκύνημα, στο παρεκκλήσιο του Αγίου Ελευθερίου, από τις 06:00 το πρωί της Δευτέρας 16/1 και για περίπου πέντε ώρες. Χιλιάδες Έλληνες, κάθε ηλικίας και φύλου, από πολλά μέρη της Ελλάδας εκτός Αθηνών, ενίοτε φορώντας παραδοσιακές ενδυμασίες ή και κραδαίνοντας γαλανόλευκες σημαίες με το στέμμα στο κέντρο του σταυρού, στάθηκαν σε σειρά για να ακουμπήσουν το φέρετρο του τέως άνακτα. Πολλοί από αυτούς θα έφευγαν άπρακτοι, καθώς ήταν αδύνατον να εξυπηρετηθούν όλοι. Οι ουρές του πλήθους μεγάλωναν, καθώς περνούσε η ώρα, παρά αραίωναν.

Μετά από τη νεκρώσιμη ακολουθία ενώπιον των εκλεκτών, λιγότερων από 200, βάσει των προσωπικών προσκλήσεων, παρισταμένων, ο νεκρός του Κωνσταντίνου Β’ μεταφέρθηκε με αυτοκινητοπομπή από τη Μητρόπολη των Αθηνών στο Τατόι. Εκεί, περί τις 15:15 της Δευτέρας εψάλη τρισάγιο, στο κοιμητήριο του ναού της Αναστάσεως.

Το φέρετρο, στους ώμους των γιών και των εγγονών του Κωνσταντίνου Β’, περιτυλιγμένο με την ελληνική σημαία, έφτασε στο σημείο της ταφής γύρω μισή ώρα αργότερα, στις 15:45 υπό τον ήχο του εθνικού ύμνου, τον οποίον ανέπεμψαν κάποιοι από τους παρισταμένους.

Ειδικά για την τελετή κηδείας και ενταφιασμού του Κωνσταντίνου Β’, στην Αθήνα συγκεντρώθηκε σύσσωμη η οικογένειά του -ήτοι η σύζυγος Άννα-Μαρία, οι γιοι Παύλος, Νικόλαος, Φίλιππος, οι θυγατέρες Αλεξία και Θεοδώρα, μαζί με τις/τους συζύγους και τα παιδιά τους. Πέραν αυτών, παρέστη το βασιλικό ζεύγος Φελίπε και Λετίθια της Ισπανίας, αλλά και ο τέως βασιλέας των Ισπανών Χουάν Κάρλος με τη βασιλομήτορα και αδελφή του τεθνεώτος, Σοφία. Μάλιστα, στα παράπλευρα γεγονότα της τελετής, ήταν η δημόσια επανασύνδεση του Χουάν Κάρλος με τη Σοφία, προφανώς επειδή αυτό επέτασσε το βασιλικό πρωτόκολλο.

Μεταξύ των υπολοίπων, διαπρεπεστάτων προσωπικοτήτων, στη Μητρόπολη κατέφθασαν ο πρίγκιπας του Μονακό Αλβέρτος, η πριγκίπισσα Άννα του Ηνωμένου Βασιλείου, ο βασιλιάς της Ολλανδίας Γουλιέλμος Αλέξανδρος με τη σύζυγό του, βασίλισσα Μαξίμα, η βασίλισσα της Δανίας και αδερφή της Άννας-Μαρίας, Μαργαρίτα, ο βασιλιάς Κάρολος ΙΣΤ΄ Γουσταύος της Σουηδίας, ο μέγας δουξ του Λουξεμβούργου, Ερρίκος, ο βασιλιάς των Βέλγων Αλβέρτος Β΄ με τη σύζυγό του, Λαίδη Ματθίλδη ντ’ Ουντεκέμ ντ’ Ακόζ, μεταξύ πολλών άλλων.

Σε ό,τι αφορά στους Έλληνες επισήμους, το τελευταίο αντίο στον τέως βασιλέα, εν απουσία του πρωθυπουργού και της Προέδρου της Δημοκρατίας, απέδωσαν τα προαναφερθέντα στελέχη της κυβέρνησης, καθώς και ο βουλευτής της ΝΔ Θανάσης Δαβάκης, η Μαριάννα Βαρδινογιάννη, ο Μάκης Βορίδης με τη σύζυγό του, ο πρόεδρος της Ελληνικής Ολυμπιακής Επιτροπής Σπύρος Καπράλος, ο Αλέξανδρος Λυκουρέζος, ο επιχειρηματίας Μιχάλης Χανδρής, ο εφοπλιστής Νικόλαος Τσάκος με τη σύζυγό του, η σχεδιάστρια haute couture Σήλια Κριθαριώτη, o ιδιοκτήτης του φερώνυμου οίκου κοσμημάτων Κώστας Καίσαρης κ.α.

Όλοι θέλησαν να τιμήσουν την οριστική αποδήμηση του Κωνσταντίνου Β’, ενός ανθρώπου που, με τα δεδομένα της παραδοσιακής μοναρχίας, του έλαχε να βασιλεύσει ελάχιστα, μόλις επτά χρόνια. Άσκησε, ωστόσο, δυσανάλογα μεγάλη -και καθοριστική σε σημαντικό βαθμό- επιρροή στον ρου της σύγχρονης ελληνικής ιστορίας. Πολύ συχνά διχάζοντας και προκαλώντας πολιτικά πάθη σε κρίσιμες περιόδους με αμφιλεγόμενες αποφάσεις, πρωτοβουλίες, μεθοδεύσεις.