Η αναγόρευση του Ευάγγελου Βενιζέλου στο ΕΚΠΑ δεν ήταν μια απλή ακαδημαϊκή τελετή. Ήταν μια πολιτική σκηνή χωρίς κομματικό πανό, μια συνάντηση προσώπων και συμβολισμών που έδειξε κάτι βαθύτερο από την τιμή προς έναν πανεπιστημιακό και πρώην (λέμε τώρα) πολιτικό. Έδειξε το κενό. Το κενό στην Κεντροαριστερά, που αναζητά ακόμη γλώσσα εξουσίας. Και το κενό στη Δεξιά, όπου η κυριαρχία Μητσοτάκη παραμένει ισχυρή, αλλά δεν είναι πλέον αδιαμφισβήτητη στο εσωτερικό της παράταξης.
Ο Βενιζέλος δεν χρειάστηκε να δηλώσει κάτι πολιτικό για να παραγάγει πολιτικό αποτέλεσμα. Η εικόνα αρκούσε. Η παρουσία πρώην πρωθυπουργών, υπουργών, πανεπιστημιακών, δικαστικών, εκκλησιαστικών παραγόντων, ανθρώπων της οικονομικής και θεσμικής ζωής, δημιούργησε την αίσθηση μιας άλλης Ελλάδας: της Ελλάδας που εξακολουθεί να πιστεύει ότι η πολιτική δεν είναι μόνο ανάρτηση, ατάκα, δημοσκόπηση και διαχείριση εντυπώσεων. Είναι κράτος, Σύνταγμα, διεθνής θέση, θεσμική συνέχεια, ιστορική ευθύνη.
Αυτό ακριβώς λείπει σήμερα από μεγάλο μέρος του πολιτικού συστήματος. Η κυβέρνηση έχει ακόμη το πλεονέκτημα της διαχείρισης και της συγκριτικής υπεροχής έναντι των αντιπάλων της. Αλλά το αφήγημα της σταθερότητας δεν έχει πια την ίδια λάμψη. Έχει φθαρεί από την καθημερινότητα, από την ακρίβεια, από τα σκάνδαλα, από την κόπωση της εξουσίας, από την αίσθηση ότι οι μεταρρυθμίσεις συχνά ανακοινώνονται πιο πειστικά απ’ όσο υλοποιούνται. Ο Κυριάκος Μητσοτάκης παραμένει ο κεντρικός παίκτης, όμως η δεξιά βάση δεν τον κοιτάζει πια με την ίδια άνευ όρων αποδοχή.
Η απόσταση του καραμανλικού χώρου, οι σαμαρικές αιχμές, η δυσφορία για ζητήματα ταυτότητας, αγροτικής πολιτικής, θεσμών και εθνικής στρατηγικής δεν είναι λεπτομέρειες. Είναι μικροί σεισμοί κάτω από το κυβερνητικό πάτωμα. Δεν ρίχνουν το κτίριο από τη μια μέρα στην άλλη, αλλά θυμίζουν ότι η Δεξιά δεν είναι μόνο διοίκηση, επενδύσεις και ευρωπαϊκή κανονικότητα. Είναι και ιστορική μνήμη, λαϊκή βάση, εθνικό αντανακλαστικό, συντηρητική κοινωνική ευαισθησία. Όταν αυτά αισθάνονται παραμερισμένα, η ηγεμονία αρχίζει να γίνεται αριθμητική πλειοψηφία χωρίς ψυχική συνοχή.
Από την άλλη πλευρά, η Κεντροαριστερά μοιάζει να βρίσκεται μπροστά σε μια μεγάλη ειρωνεία. Διαθέτει πρόσωπα με θεσμικό κύρος, μνήμη διακυβέρνησης και εμπειρία κρίσεων, αλλά δεν διαθέτει ακόμη ενιαίο πολιτικό σχέδιο. Το ΠΑΣΟΚ θέλει να εμφανιστεί ως εναλλακτική εξουσίας, αλλά συχνά εγκλωβίζεται ανάμεσα στην καταγγελία και στην προσεκτική αναμονή. Θέλει να πείσει ότι μπορεί να κυβερνήσει, αλλά φοβάται να μιλήσει με το βάρος που απαιτεί η διακυβέρνηση. Θέλει να διαφοροποιηθεί από τη ΝΔ, χωρίς να διολισθήσει σε εύκολη αντισυστημική ρητορεία. Θέλει να εκπροσωπήσει τη σοσιαλδημοκρατία, αλλά δεν έχει ακόμη παρουσιάσει το μεγάλο κοινωνικό και παραγωγικό συμβόλαιο της επόμενης δεκαετίας.
Ο ΣΥΡΙΖΑ, από την άλλη, παραμένει σε αναζήτηση ρόλου, ταυτότητας και αξιοπιστίας. Η πιθανή επαναδραστηριοποίηση Τσίπρα λειτουργεί περισσότερο ως σκιά πάνω από το ΠΑΣΟΚ παρά ως καθαρή λύση για τον προοδευτικό χώρο. Το 2015 εξακολουθεί να βαραίνει. Και η Ιστορία δεν είναι κείμενο που το ξαναγράφεις επειδή άλλαξε η επικοινωνιακή ανάγκη. Η Κεντροαριστερά χρειάζεται νέα σύνθεση, όχι ανακύκλωση παλιών τραυμάτων.
Μέσα σε αυτό το τοπίο, η βραδιά Βενιζέλου εξέπεμψε ένα μήνυμα που δεν πρέπει να υποτιμηθεί: υπάρχει πολιτικό κοινό για σοβαρότητα. Υπάρχει χώρος για έναν λόγο θεσμικό, ευρωπαϊκό, μεταρρυθμιστικό, αλλά και κοινωνικά γειωμένο. Υπάρχει ανάγκη για πολιτική που δεν θα χαϊδεύει ούτε τη δημαγωγία της Αριστεράς ούτε την αυτάρκεια της εξουσίας. Μια πολιτική που θα μιλάει για παραγωγή, δικαιοσύνη, ασφάλεια, ελευθερία, κράτος δικαίου, γεωπολιτική και κοινωνική συνοχή με την ίδια πρόταση.
Το ερώτημα είναι ποιος μπορεί να εκφράσει αυτόν τον χώρο. Ο Βενιζέλος δεν εμφανίζεται ως κομματικός διεκδικητής. Αλλά λειτουργεί ως υπενθύμιση ενός τύπου πολιτικής που απουσιάζει: πυκνής, δύσκολης, απαιτητικής, με αίσθηση ιστορικού βάθους. Και αυτό, σε μια εποχή πολιτικής ευκολίας, ενοχλεί.
Η βραδιά δεν ίδρυσε νέο μέτωπο. Δεν ανακοίνωσε νέο κόμμα. Δεν έβγαλε αρχηγό. Έδειξε όμως ότι κάτω από την επιφάνεια υπάρχουν μετατοπίσεις. Η Κεντροαριστερά έχει κενό ηγεμονίας. Η Δεξιά έχει ρωγμές νομιμοποίησης. Και ανάμεσά τους διαμορφώνεται ένας χώρος απαιτητικών πολιτών που δεν αρκούνται ούτε στο «ψηφίστε μας γιατί οι άλλοι είναι χειρότεροι» ούτε στο «επιστρέφουμε γιατί κάποτε κυβερνήσαμε».
Οι μεγάλες πολιτικές αλλαγές δεν αρχίζουν πάντα με θόρυβο. Συχνά αρχίζουν σε αίθουσες όπου όλοι χειροκροτούν ευγενικά, ενώ στην πραγματικότητα μετρούν παρουσίες, απουσίες, βλέμματα και αποστάσεις. Αυτή ήταν μια τέτοια βραδιά. Μια βραδιά που φαινόταν τελετουργική, αλλά μύριζε πολιτικό μέλλον.
πηγη:

