Τετάρτη, 24 Ιουλίου, 2024
ΑρχικήΕλλάδαΆγιος Παΐσιος: Αυτό ήταν το κελί του στον Τίμιο Σταυρό – Σπάνιες...

Άγιος Παΐσιος: Αυτό ήταν το κελί του στον Τίμιο Σταυρό – Σπάνιες εικόνες από το εσωτερικό του

Ο Άγιος Παΐσιος, ένας πολύ αγαπητός σύγχρονος Αγιος, έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στις καρδιές των ανθρώπων με τα λόγια του, τα οποία αποπνέουν γαλήνη  στις ψυχές των πιστών. Όταν επισκέπτεσαι το κελί του Αγίου Παΐσιου, όπου πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, η αίσθηση που βιώνεις είναι μια μείξη δέους και συγκίνησης.

Άγιος Παΐσιος: Η διαδρομή για το κελί του Αγίου

Στο τμήμα της διαδρομής από Σταυρονικήτα προς Καρυές, μετά το προσκυνητάρι που βρίσκεται στα αριστερά του δρόμου, ανοίγεται ένα μονοπάτι που σε οδηγεί σε μια εντυπωσιακή περιοχή. Αυτό το μονοπάτι διασχίζει ένα χαμηλό δάσος, γεμάτο κουμαριές, άρια και ρείκια, δημιουργώντας ένα μαγευτικό τοπίο. Καθώς περπατάς, ανεβοκατεβαίνεις σε ανώμαλο έδαφος, ανακαλύπτοντας κάθε φορά νέες ομορφιές. Στο τέλος του μονοπατιού, συναντάς ένα περιφραγμένο Καλύβι, που περιβάλλεται από συρματόπλεγμα για προστασία. Κοντά στην είσοδο του Καλυβιού, υπάρχει ένα κουτί με μια σχισμή, παρόμοιο με ένα γραμματοκιβώτιο, και εκεί υπάρχει ένα σημείωμα με τα εξής περίπου λόγια:

«Σημειώστε στο χαρτί τι θέλετε να συζητήσουμε και βάλτε το μέσα στο κουτί. Περισσότερο θα ωφεληθείτε από την προσευχή παρά από τη συζήτηση».

Στην περίφραξη του Καλυβιού, είχε τοποθετηθεί ένα σύρμα που ήταν δεμένο πάνω του. Αυτό το σύρμα χτυπούσε το καμπανάκι και έτσι ειδοποιούσε τον Γέροντα.

Κελί Αγίου Παϊσίου: Η αυλή με τα ελαιόδεντρα και τα κλήματα

Καθώς ακολουθήσει κανείς το μονοπάτι, θα μπορούσε να δει ένα σωρό από ξύλα που βρίσκονταν επάνω του. Αυτά τα ξύλα είχε τοποθετηθεί εκεί από τον Γέροντα, ώστε να μην είναι εμφανές όταν κινούνταν από το κελί στο εργαστήριο. Κατεβαίνοντας προς το δεξιά, κάτω από μια ελιά, θα μπορούσες να δεις ένα τραπεζάκι και δύο προσωρινά καθίσματα, το καλοκαιρινό στέκι του Γέροντα.

Αριστερά, υπήρχε ο τάφος του παπα-Τύχωνα, όπου ο Γέροντας είχε φυτέψει δενδρολίβανα για να μην πατιούνται. Μερικά σκαλοπάτια σε έναν μικρό κατήφορο οδηγούσαν σε ένα διάδρομο που βρισκόταν πριν από την είσοδο, μεταξύ του σπιτιού και ενός πεζούλιου. Οι άκρες του διαδρόμου ήταν κλειστές με πόρτες, προκειμένου να αποτρέπεται η κυκλοφορία του αέρα.

Στην αριστερή πλευρά, θα μπορούσε κανείς να δει ένα πρωτόγονο μαγειρείο, μια μικρή επιφάνεια στο πεζούλι όπου μπορούσε να χωρέσει μια κατσαρόλα, και από κάτω ένας χώρος για να ανάβει φωτιά. Υπήρχε ένα μικρό υπόστεγο πριν από την είσοδο της Καλύβης, και ο προσκυνητής, περνώντας την θύρα της εισόδου, βρισκόταν σε έναν προθάλαμο με ένα βήμα πλάτος και τρία μήκος, που φωτιζόταν από ένα μικρό παραθυράκι. Κατευθείαν μπροστά ήταν το κελί του Γέροντα, και αριστερά ήταν το Εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού, με τρεις ή τέσσερις εικόνες στο άγιο τέμπλο, ένα στασίδι, ένα αναλόγιο και τίποτα άλλο.

Ήταν μια εντυπωσιακή απλότητα. Λίγα μέτρα προς τα δυτικά από την είσοδο, υπήρχε μια άλλη εξωτερική πόρτα που οδηγούσε στο εργαστήριο και στο “Αρχονταρίκι”, ένα μικρό, απλό κελάκι με χαμηλό ταβάνι από καλάμια και χώμα, και με δύο πολύ στενά κρεβάτια που ήταν αρκετά κοντά, με ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους ώστε να χωράει μόνο ένας άνθρωπος.

Το μικρό Καλυβάκι του Τιμίου Σταυρού, παρότι περιορισμένων δυνατοτήτων φιλοξενίας, αντιπροσώπευε έναν τόπο όπου ο Γέροντας Παΐσιος, με τον χαρακτηριστικό του ήρεμο και συνετό τρόπο, φιλοξενούσε τους επισκέπτες με διακριτικότητα, επιλέγοντας προσεκτικά πότε υπήρχε πραγματική ανάγκη. Αποδεικνύοντας την αγάπη και την ευγένεια του, έγραφε σε μια επιστολή του, στις 21 Δεκεμβρίου 1971:

«…Έχω όλη την αγαθήν προαίρεσιν να σας φιλοξενώ με όλην την γύφτικήν μου φιλοξενία στην Καλύβη μου και να είμαι δικός σας, όχι ο μισός Παΐσιος, αλλά ολόκληρος. Όποτε θέλετε να μην διστάζετε, (διότι όταν θα καταλάβω ότι διστάζετε, θα στενοχωρηθώ). Μόνον τώρα τον χειμώνα, έναν μόνον δέχεται η Καλύβη. Δυστυχώς, η Καλύβη μου δεν συμφωνεί με την καρδιά μου».

Στην ανατολική πλευρά του Κελιού, υπήρχε μια στέρνα με καθαρό βρόχινο νερό που συλλέγονταν από τη σκεπή με τη χρήση λουκίων. Ο Γέροντας πήγαινε εκεί για να πιεί και να προσφέρει νερό στους επισκέπτες. Λίγο πιο μακριά υπήρχε μια ακόμη μεγαλύτερη ανοιχτή στέρνα που προοριζόταν για άρδευση, αλλά ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε, καθώς ο Γέροντας δεν είχε κήπο που θα χρειαζόταν πότισμα.

Άγιος Παΐσιος: Η καθημερινότητα του

Η καθημερινή ζωή του Γέροντα στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού ήταν περίπου ως εξής:

Κάθε βράδυ, ο Γέροντας κοιμόταν για δύο έως τρεις ώρες και ξύπναγε κοντά στα μεσάνυχτα. Στη συνέχεια, πραγματοποιούσε αγρυπνία και ξεκουραζόταν ελαφρά το πρωί, πριν από την αυγή της ημέρας.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν δεν είχε επισκέπτες, ο Γέροντας ασχολούνταν με διάφορες χειρωνακτικές εργασίες. Συγκεκριμένα, χαρακτηριστικά ανέφερε ότι αποτύπωνε εικονίδια και Σταυρούς σε ξύλο με τη χρήση μιας πρέσσας.

Τις υπόλοιπες ώρες, αφιερωνόταν στη μελέτη, την προσευχή και την απάντηση σε τακτά γράμματα που λάμβανε από πλήθος ανθρώπων που ζητούσαν προσευχή ή ανταπόκριση σε σοβαρά προβλήματα. Έγραφε επί ώρες καθημερινά, και όταν η νύχτα έπεφτε, συνέχιζε τη δουλειά του με τη βοήθεια ενός κεριού.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ο αριθμός των επισκεπτών αυξήθηκε σημαντικά. Πολλές ώρες απασχόλησης του αφιέρωνονταν για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τους.

Για ένα διάστημα, δύο ημέρες την εβδομάδα (Τετάρτη και Παρασκευή), ο Γέροντας έκλεινε την πόρτα του και παρέμενε μοναχός. Δεν δέχονταν κανέναν επισκέπτη. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, νήστευε, προσευχόταν και αφιερωνόταν σε λεπτή πνευματική εργασία για τον εαυτό του. Επιπλέον, είχε ένα μικρό καλύβι στο δάσος, κοντά σε ένα ρέμα, το οποίο ήταν προχειροφτιαγμένο και καλυμμένο με λαμαρίνα. Μερικές φορές, αποσύρονταν εκεί για να έχει περισσότερη ησυχία. Αφού επέστρεφε από την απομόνωση ή απουσία του, διάβαζε τις σημειώσεις των επισκεπτών και προσευχόταν για αυτούς με ειλικρίνεια.

Συνήθως, ο Γέροντας λειτουργούσε και συνδιάζονταν με τους άλλους στο Μοναστήρι (Σταυρονικήτα). Ωστόσο, περιοδικά πραγματοποιούσε θεία Λειτουργία και στο Εκκλησάκι ή επισκεπτόταν γνωστά κελιά, όπου θα μπορούσε να τελέσει την Λειτουργία.

Επίσης, συγκεντρώνοντας ελιές και χρησιμοποιώντας ένα πρωτόγονο και πρωτότυπο ελαιοτριβείο που ίδιος εφηύρε και κατασκεύασε, εξήγαγε λίγο λάδι για τα καντήλια της Εκκλησίας. Επίσης, μοίραζε ελιές σε φτωχούς ασκητές και γεροντάκια της Καψάλας. Επισκεπτόταν τους ανθρώπους αυτούς για να τους βοηθά σε οτιδήποτε μπορούσε.

Η ιστορία με τον νέο που φιλοξένησε

Μια φορά φιλοξένησε έναν γνωστό του νέο. Ο Γέροντας τον ζήτησε να μαγειρέψει και ο νέος άρχισε να ετοιμάζει φακές. Έβαλε λίγες φακές και λίγο ρύζι σε μια κατσαρόλα, πρόσθεσε το απαραίτητο νερό και άναψε τη φωτιά με ένα δεματάκι φρύγανα από ξύλα και βότανα που υπήρχαν στην περιοχή. Καθίστηκαν λίγο πιο μακριά και συνομιλούσαν, με τον νέο να νομίζει ότι ο Γέροντας είχε αφοσιωθεί στη συζήτηση και είχε ξεχάσει το μαγείρεμα. Ωστόσο, σύντομα το φαγητό ήταν έτοιμο, χωρίς να απαιτηθεί ανακάτεμα. Έτσι απλή ήταν η μαγειρική του.

Στη συνέχεια, τέλεσαν τον Εσπερινό με κομποσκοίνι. Ο νέος ήταν στο Εκκλησάκι ενώ ο Γέροντας ήταν στο κελί του, όπου διάβασε το Θεοτοκάριο. Στη συνέχεια, παρέθεσαν το γεύμα και ο Γέροντας, με αγάπη πατρική, δεν σταμάτησε να συμβουλεύει και να δίνει νουθεσίες στον νέο. Το φαγητό ήταν απλό αλλά πολύ γευστικό. Εντυπωσίασε τον νέο η ήρεμη συγκέντρωση του Γέροντα όταν είπε την προσευχή για το γεύμα. Ήταν σαν να αποσπάστηκε από τα γήινα και να μεταφερθεί μπροστά στον Χριστό. Μετά το γεύμα, ο Γέροντας βγήκε να ταΐσει τα άγρια ζώα, καλώντας τα καθένα με το όνομά του. Κατά τη διάρκεια του ηλιοβασιλέματος, έκαναν μια ώρα κομποσκοίνι στην αυλή, χωριστά, και έπειτα ο Γέροντας, αφού φρόντισε να φιλοξενήσει τον επισκέπτη του στον Αρχονταρίκι, αποσύρθηκε στο κελί του.

Σε αυτήν την απλή καλύβα του Καψαλιού, ο Γέροντας άσκησε την πνευματική του ζωή. “Εν λάκκω κατωτάτω”, χωρίς πολυτέλειες, αλλά με υψηλή πνευματική πολιτεία και αδιάλειπτη προσευχή. Έμενε μόνος με τον Θεό και τρεφόταν με τη χάρη Του. Ήταν φτωχός σε υλικά αγαθά και άνεση, αλλά πλούσιος σε αρετές και θεία χάρη. Αφιέρωνε τον εαυτό του στην άσκηση και έδινε πνευματική ανάπαυση σε κάθε άνθρωπο. Ένοιωθε αγωνία για τον πόνο και τις αμαρτίες των ανθρώπων και ταυτόχρονα τους μετέφερε χαρά και παρηγοριά. Πάλευε με δαίμονες, συνομιλούσε με τους Άγιους, είχε επαφή με άγρια ζώα και πνευματικά υπηρετούσε τους ανθρώπους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο enimerotiko.gr


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
spot_img
spot_img
spot_img
spot_img

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ

Άγιος Παΐσιος: Αυτό ήταν το κελί του στον Τίμιο Σταυρό – Σπάνιες εικόνες από το εσωτερικό του

Ο Άγιος Παΐσιος, ένας πολύ αγαπητός σύγχρονος Αγιος, έχει αφήσει ανεξίτηλο αποτύπωμα στις καρδιές των ανθρώπων με τα λόγια του, τα οποία αποπνέουν γαλήνη  στις ψυχές των πιστών. Όταν επισκέπτεσαι το κελί του Αγίου Παΐσιου, όπου πέρασε τα περισσότερα χρόνια της ζωής του, η αίσθηση που βιώνεις είναι μια μείξη δέους και συγκίνησης.

Άγιος Παΐσιος: Η διαδρομή για το κελί του Αγίου

Στο τμήμα της διαδρομής από Σταυρονικήτα προς Καρυές, μετά το προσκυνητάρι που βρίσκεται στα αριστερά του δρόμου, ανοίγεται ένα μονοπάτι που σε οδηγεί σε μια εντυπωσιακή περιοχή. Αυτό το μονοπάτι διασχίζει ένα χαμηλό δάσος, γεμάτο κουμαριές, άρια και ρείκια, δημιουργώντας ένα μαγευτικό τοπίο. Καθώς περπατάς, ανεβοκατεβαίνεις σε ανώμαλο έδαφος, ανακαλύπτοντας κάθε φορά νέες ομορφιές. Στο τέλος του μονοπατιού, συναντάς ένα περιφραγμένο Καλύβι, που περιβάλλεται από συρματόπλεγμα για προστασία. Κοντά στην είσοδο του Καλυβιού, υπάρχει ένα κουτί με μια σχισμή, παρόμοιο με ένα γραμματοκιβώτιο, και εκεί υπάρχει ένα σημείωμα με τα εξής περίπου λόγια:

«Σημειώστε στο χαρτί τι θέλετε να συζητήσουμε και βάλτε το μέσα στο κουτί. Περισσότερο θα ωφεληθείτε από την προσευχή παρά από τη συζήτηση».

Στην περίφραξη του Καλυβιού, είχε τοποθετηθεί ένα σύρμα που ήταν δεμένο πάνω του. Αυτό το σύρμα χτυπούσε το καμπανάκι και έτσι ειδοποιούσε τον Γέροντα.

Κελί Αγίου Παϊσίου: Η αυλή με τα ελαιόδεντρα και τα κλήματα

Καθώς ακολουθήσει κανείς το μονοπάτι, θα μπορούσε να δει ένα σωρό από ξύλα που βρίσκονταν επάνω του. Αυτά τα ξύλα είχε τοποθετηθεί εκεί από τον Γέροντα, ώστε να μην είναι εμφανές όταν κινούνταν από το κελί στο εργαστήριο. Κατεβαίνοντας προς το δεξιά, κάτω από μια ελιά, θα μπορούσες να δεις ένα τραπεζάκι και δύο προσωρινά καθίσματα, το καλοκαιρινό στέκι του Γέροντα.

Αριστερά, υπήρχε ο τάφος του παπα-Τύχωνα, όπου ο Γέροντας είχε φυτέψει δενδρολίβανα για να μην πατιούνται. Μερικά σκαλοπάτια σε έναν μικρό κατήφορο οδηγούσαν σε ένα διάδρομο που βρισκόταν πριν από την είσοδο, μεταξύ του σπιτιού και ενός πεζούλιου. Οι άκρες του διαδρόμου ήταν κλειστές με πόρτες, προκειμένου να αποτρέπεται η κυκλοφορία του αέρα.

Στην αριστερή πλευρά, θα μπορούσε κανείς να δει ένα πρωτόγονο μαγειρείο, μια μικρή επιφάνεια στο πεζούλι όπου μπορούσε να χωρέσει μια κατσαρόλα, και από κάτω ένας χώρος για να ανάβει φωτιά. Υπήρχε ένα μικρό υπόστεγο πριν από την είσοδο της Καλύβης, και ο προσκυνητής, περνώντας την θύρα της εισόδου, βρισκόταν σε έναν προθάλαμο με ένα βήμα πλάτος και τρία μήκος, που φωτιζόταν από ένα μικρό παραθυράκι. Κατευθείαν μπροστά ήταν το κελί του Γέροντα, και αριστερά ήταν το Εκκλησάκι του Τιμίου Σταυρού, με τρεις ή τέσσερις εικόνες στο άγιο τέμπλο, ένα στασίδι, ένα αναλόγιο και τίποτα άλλο.

Ήταν μια εντυπωσιακή απλότητα. Λίγα μέτρα προς τα δυτικά από την είσοδο, υπήρχε μια άλλη εξωτερική πόρτα που οδηγούσε στο εργαστήριο και στο “Αρχονταρίκι”, ένα μικρό, απλό κελάκι με χαμηλό ταβάνι από καλάμια και χώμα, και με δύο πολύ στενά κρεβάτια που ήταν αρκετά κοντά, με ελάχιστη απόσταση μεταξύ τους ώστε να χωράει μόνο ένας άνθρωπος.

Το μικρό Καλυβάκι του Τιμίου Σταυρού, παρότι περιορισμένων δυνατοτήτων φιλοξενίας, αντιπροσώπευε έναν τόπο όπου ο Γέροντας Παΐσιος, με τον χαρακτηριστικό του ήρεμο και συνετό τρόπο, φιλοξενούσε τους επισκέπτες με διακριτικότητα, επιλέγοντας προσεκτικά πότε υπήρχε πραγματική ανάγκη. Αποδεικνύοντας την αγάπη και την ευγένεια του, έγραφε σε μια επιστολή του, στις 21 Δεκεμβρίου 1971:

«…Έχω όλη την αγαθήν προαίρεσιν να σας φιλοξενώ με όλην την γύφτικήν μου φιλοξενία στην Καλύβη μου και να είμαι δικός σας, όχι ο μισός Παΐσιος, αλλά ολόκληρος. Όποτε θέλετε να μην διστάζετε, (διότι όταν θα καταλάβω ότι διστάζετε, θα στενοχωρηθώ). Μόνον τώρα τον χειμώνα, έναν μόνον δέχεται η Καλύβη. Δυστυχώς, η Καλύβη μου δεν συμφωνεί με την καρδιά μου».

Στην ανατολική πλευρά του Κελιού, υπήρχε μια στέρνα με καθαρό βρόχινο νερό που συλλέγονταν από τη σκεπή με τη χρήση λουκίων. Ο Γέροντας πήγαινε εκεί για να πιεί και να προσφέρει νερό στους επισκέπτες. Λίγο πιο μακριά υπήρχε μια ακόμη μεγαλύτερη ανοιχτή στέρνα που προοριζόταν για άρδευση, αλλά ποτέ δεν χρησιμοποιήθηκε, καθώς ο Γέροντας δεν είχε κήπο που θα χρειαζόταν πότισμα.

Άγιος Παΐσιος: Η καθημερινότητα του

Η καθημερινή ζωή του Γέροντα στο Καλύβι του Τιμίου Σταυρού ήταν περίπου ως εξής:

Κάθε βράδυ, ο Γέροντας κοιμόταν για δύο έως τρεις ώρες και ξύπναγε κοντά στα μεσάνυχτα. Στη συνέχεια, πραγματοποιούσε αγρυπνία και ξεκουραζόταν ελαφρά το πρωί, πριν από την αυγή της ημέρας.

Κατά τη διάρκεια της ημέρας, όταν δεν είχε επισκέπτες, ο Γέροντας ασχολούνταν με διάφορες χειρωνακτικές εργασίες. Συγκεκριμένα, χαρακτηριστικά ανέφερε ότι αποτύπωνε εικονίδια και Σταυρούς σε ξύλο με τη χρήση μιας πρέσσας.

Τις υπόλοιπες ώρες, αφιερωνόταν στη μελέτη, την προσευχή και την απάντηση σε τακτά γράμματα που λάμβανε από πλήθος ανθρώπων που ζητούσαν προσευχή ή ανταπόκριση σε σοβαρά προβλήματα. Έγραφε επί ώρες καθημερινά, και όταν η νύχτα έπεφτε, συνέχιζε τη δουλειά του με τη βοήθεια ενός κεριού.

Καθώς περνούσαν τα χρόνια, ο αριθμός των επισκεπτών αυξήθηκε σημαντικά. Πολλές ώρες απασχόλησης του αφιέρωνονταν για να αντιμετωπίσει τα προβλήματα τους.

Για ένα διάστημα, δύο ημέρες την εβδομάδα (Τετάρτη και Παρασκευή), ο Γέροντας έκλεινε την πόρτα του και παρέμενε μοναχός. Δεν δέχονταν κανέναν επισκέπτη. Κατά τη διάρκεια αυτών των ημερών, νήστευε, προσευχόταν και αφιερωνόταν σε λεπτή πνευματική εργασία για τον εαυτό του. Επιπλέον, είχε ένα μικρό καλύβι στο δάσος, κοντά σε ένα ρέμα, το οποίο ήταν προχειροφτιαγμένο και καλυμμένο με λαμαρίνα. Μερικές φορές, αποσύρονταν εκεί για να έχει περισσότερη ησυχία. Αφού επέστρεφε από την απομόνωση ή απουσία του, διάβαζε τις σημειώσεις των επισκεπτών και προσευχόταν για αυτούς με ειλικρίνεια.

Συνήθως, ο Γέροντας λειτουργούσε και συνδιάζονταν με τους άλλους στο Μοναστήρι (Σταυρονικήτα). Ωστόσο, περιοδικά πραγματοποιούσε θεία Λειτουργία και στο Εκκλησάκι ή επισκεπτόταν γνωστά κελιά, όπου θα μπορούσε να τελέσει την Λειτουργία.

Επίσης, συγκεντρώνοντας ελιές και χρησιμοποιώντας ένα πρωτόγονο και πρωτότυπο ελαιοτριβείο που ίδιος εφηύρε και κατασκεύασε, εξήγαγε λίγο λάδι για τα καντήλια της Εκκλησίας. Επίσης, μοίραζε ελιές σε φτωχούς ασκητές και γεροντάκια της Καψάλας. Επισκεπτόταν τους ανθρώπους αυτούς για να τους βοηθά σε οτιδήποτε μπορούσε.

Η ιστορία με τον νέο που φιλοξένησε

Μια φορά φιλοξένησε έναν γνωστό του νέο. Ο Γέροντας τον ζήτησε να μαγειρέψει και ο νέος άρχισε να ετοιμάζει φακές. Έβαλε λίγες φακές και λίγο ρύζι σε μια κατσαρόλα, πρόσθεσε το απαραίτητο νερό και άναψε τη φωτιά με ένα δεματάκι φρύγανα από ξύλα και βότανα που υπήρχαν στην περιοχή. Καθίστηκαν λίγο πιο μακριά και συνομιλούσαν, με τον νέο να νομίζει ότι ο Γέροντας είχε αφοσιωθεί στη συζήτηση και είχε ξεχάσει το μαγείρεμα. Ωστόσο, σύντομα το φαγητό ήταν έτοιμο, χωρίς να απαιτηθεί ανακάτεμα. Έτσι απλή ήταν η μαγειρική του.

Στη συνέχεια, τέλεσαν τον Εσπερινό με κομποσκοίνι. Ο νέος ήταν στο Εκκλησάκι ενώ ο Γέροντας ήταν στο κελί του, όπου διάβασε το Θεοτοκάριο. Στη συνέχεια, παρέθεσαν το γεύμα και ο Γέροντας, με αγάπη πατρική, δεν σταμάτησε να συμβουλεύει και να δίνει νουθεσίες στον νέο. Το φαγητό ήταν απλό αλλά πολύ γευστικό. Εντυπωσίασε τον νέο η ήρεμη συγκέντρωση του Γέροντα όταν είπε την προσευχή για το γεύμα. Ήταν σαν να αποσπάστηκε από τα γήινα και να μεταφερθεί μπροστά στον Χριστό. Μετά το γεύμα, ο Γέροντας βγήκε να ταΐσει τα άγρια ζώα, καλώντας τα καθένα με το όνομά του. Κατά τη διάρκεια του ηλιοβασιλέματος, έκαναν μια ώρα κομποσκοίνι στην αυλή, χωριστά, και έπειτα ο Γέροντας, αφού φρόντισε να φιλοξενήσει τον επισκέπτη του στον Αρχονταρίκι, αποσύρθηκε στο κελί του.

Σε αυτήν την απλή καλύβα του Καψαλιού, ο Γέροντας άσκησε την πνευματική του ζωή. “Εν λάκκω κατωτάτω”, χωρίς πολυτέλειες, αλλά με υψηλή πνευματική πολιτεία και αδιάλειπτη προσευχή. Έμενε μόνος με τον Θεό και τρεφόταν με τη χάρη Του. Ήταν φτωχός σε υλικά αγαθά και άνεση, αλλά πλούσιος σε αρετές και θεία χάρη. Αφιέρωνε τον εαυτό του στην άσκηση και έδινε πνευματική ανάπαυση σε κάθε άνθρωπο. Ένοιωθε αγωνία για τον πόνο και τις αμαρτίες των ανθρώπων και ταυτόχρονα τους μετέφερε χαρά και παρηγοριά. Πάλευε με δαίμονες, συνομιλούσε με τους Άγιους, είχε επαφή με άγρια ζώα και πνευματικά υπηρετούσε τους ανθρώπους.

Διαβάστε τη συνέχεια του άρθρου στο enimerotiko.gr


ΔΕΙΤΕ ΕΠΙΣΗΣ
spot_img
spot_img
spot_img

ΔΗΜΟΦΙΛΗ ΑΡΘΡΑ