Μήδειες των καιρών μας: Συγκλονίζουν οι περιπτώσεις που μητέρες έκοψαν το νήμα της ζωής των παιδιών τους – Ψυχικές διαταραχές και εμμονές οι αιτίες

Μήδεια: Πρόσωπο μυθικό. Kόρη του βασιλιά της Κολχίδας Αιήτη και της Ωκεανίδας. Ο τραγικός ποιητής Ευριπίδης, την βάζει να σκοτώσει τα δύο της παιδιά, που είχε αποκτήσει με τον Ιάσονα.

Η παιδοκτόνος Μήδεια είναι προϊόν της φαντασίας του Ευριπίδη, που απέδωσε στην ομώνυμη τραγωδία του, ως πρόσωπο βάρβαρο και πανούργο. Κι έτσι έφτασε ως τις μέρες μας: Η οδύνη και η ευαισθησία μιας πληγωμένης γυναίκας που καταλήγει στην πράξη της εκδίκησης: τον φόνο των ίδιων των παιδιών της!

Το 1951, ο καθηγητής Νευρολογίας και Ψυχιατρικής, ψυχαναλυτής Δημήτρης Κουρέτας, γράφει: «Η Μήδεια είναι μια κλινική περίπτωση εγκληματικής προσωπικότητας και ο Ευριπίδης ένας νατουραλιστής που κατέγραψε επιμελώς την ψυχική διαταραχή της».

Προς τι ο πρόλογος, μα το θέμα που θα μας απασχολήσει είναι οι σύγχρονες Μήδειες: Οι φόνισσες που δεν διστάζουν από πάθος ή ψυχικό νόσημα οπλισμένες, να κόψουν το νήμα της ζωής των παιδιών που κυοφορούσαν επί μήνες… Και Μήδειες σαν εκείνες του Ευριπίδη έχουν καταγραφεί πάμπολλες στα αστυνομικά χρονικά των καιρών μας. Να κάποιες από αυτές…

Η φόνισσα της Νέας Ζηλανδίας

Το περισταικό πρόσφατο. Συνέβη το 2021. «Απίστευτο. Δεν μπορεί να έχει γίνειπραγματικά, δεν μπορεί…», φώναζε ο τραγικός πατέρας τριών κοριτσιών όταν τα αντίκρυσε νεκρά μέσα στο σπίτι του στη Νέα Ζηλανδία. Η ιστορία συγκλονίζει ακόμα: Μάνα σκότωσε τα τρία της παιδιά. Ζευγάρι γιατρών είχε μετακομίσει από τη Νότια Αφρική στη Νέα Ζηλανδία μόλις λίγες ημέρες πριν. Ένα απόγευμα ο Γκράχαμ Ντίκασον επέστρεψε στο σπίτι του από το νοσοκομείο όπου εργαζόταν ως ορθοπεδικός και βρέθηκε μπροστά σε ένα αποτρόπαιο θέαμα: Οι τρεις κόρες του, οι 2 ετών δίδυμες Κάρλα και Μάγια και η 6χρονη Λίαν κείτονταν νεκρές μέσα στο σπίτι της οικογένειας. Δράστις της τριπλής δολοφονίας η 40χρονη, επίσης γιατρός, μητέρα των τριών κοριτσιών, Λορέν. Η Λορέν εμφανίστηκε στο δικαστήριο όπου της απαγγέλθηκαν κατηγορίες για την τριπλή δολοφονία. Η ίδια παρέμεινε σιωπηλή σε όλη τη διάρκεια της διαδικασίας και στη συνέχεια οδηγήθηκε σε ψυχιατρική κλινική. H Λόρεν Ντίκασον έχει αρνηθεί όλες τις κατηγορίες για τις τρεις παιδοκτονίες και περιμένει να δικαστεί το 2023

Πέντε παιδιά στη μπανιέρα!

Ήταν 12 Μαρτίου του 2002, όταν ακούστηκε η ετυμηγορία των ενόρκων στο δικαστήριο του Τέξας: Ένοχη για τον φόνο των πέντε παιδιών της!
Η Αντρέα Γέιτς στις 20 Ιουνίου του 2001 είχε δολοφονήσει και τα πέντε παιδιά της, πνίγοντάς τα στην μπανιέρα του σπιτιού τους! Τα παιδιά ήταν ηλικίας από 7 μηνών έως 7 χρονών. Η Γέιτς υπέφερε από σοβαρά προβλήματα: Επιλόχεια κατάθλιψη, επιλόχεια ψύχωση και σχιζοφρένεια. Η παιδοκτόνος καταδικάστηκε πρωτόδικα σε ισόβια κάθειρξη με δυνατότητα αποφυλάκισης μετά 40 χρόνια. Η Γέιτς αφού είχε σκοτώσει τα παιδιά της κάλεσε την αστυνομία· όταν έφτασαν στο σπίτι της οι αστυνομικοί ήρθαν αντιμέτωποι με το αποτρόπαιο θέαμα των τεσσάρων νεκρών παιδιών που βρίσκονταν ξαπλωμένα το ένα πλάι στο άλλο στο κρεβάτι. Το πέμπτο παιδί ήταν ακόμα στη μπανιέρα.

Η Αντρέα είχε επιχειρήσει να αυτοκτονήσει το 1999 και έκτοτε έπαιρνε ψυχοφάρμακα. Ως έφηβη, υπέφερε από βουλιμία και αυτοκτονικές τάσεις και ως ενήλικη, είχε διαγνωστεί με κατάθλιψη, παραληρηματική σκέψη και σχιζοφρένεια!
Το 1986, η Αντρέα γνώρισε τον Ράσελ Γιέιτς και – θρησκόληπτοι και οι δυο – παντρεύτηκαν και αποφάσισαν να αποκτήσουν «όσα παιδιά θα επέτρεπε η φύση»… Επτά χρόνια μετά τον γάμο τους είχαν τέσσερα αγόρια και ένα κορίτσι, το καθένα από τα οποία πήρε το όνομά του από ένα βιβλικό πρόσωπο: Τον Νώε, τον Ιωάννη, τον Παύλο, τον Λουκά και τη Μαρία!
Όπως η ίδια η Αντρέα Γέιτς ομολόγησε, ήταν πεπεισμένη ότι αυτή και τα παιδιά της προορίζονταν για την κόλαση. Επηρεασμένη από οικογενειακή φίλη, που της ανέλυε τη Βίβλο, πίστευε ότι ο μόνος τρόπος για να σώσει τα παιδιά της και να τα απομακρύνει από τον Σατανά ήταν να τα σκοτώσει!

Η Γέιτς περίμενε να φύγει ο σύζυγός της στην δουλειά και σκότωσε τα παιδιά της με τελετουργικό τρόπο. Αφού αποχαιρέτησε τον Ράσελ, ετοίμασε δημητριακά για τα τέσσερα μεγαλύτερα αγόρια της. Στη συνέχεια, πήγε την 6 μηνών Μαρία στην μπανιέρα, την οποία είχε γεμίσει με κρύο νερό, και την έπνιξε, αφήνοντας το σώμα της να επιπλέει. Έπειτα, επέστρεψε στην κουζίνα και, αρχίζοντας από τον μικρότερο, σκότωσε ένα ένα και τα τους υπόλοιπα και τοποθέτησε τα σώματά τους στο κρεβάτι. Ο Νώε, ο μεγαλύτερος, προσπάθησε να ξεφύγει όταν είδε το κορμί της άψυχης αδερφής του, αλλά δεν τα κατάφερε. Αφού άφησε τον Νώε στη μπανιέρα και έβαλε τη Μαρία στο κρεβάτι, η Αντρέα κάλεσε την αστυνομία και μετά τον σύζυγό της και του είπε να επιστρέψει.
Ενώ η εισαγγελέας ζήτησε τη θανατική ποινή, οι ένορκοι την καταδίκασαν σε ισόβια κάθειρξη με δικαίωμα αίτησης αποφυλάκισης το 2041, παρά τους ισχυρισμούς της υπεράσπισής της ότι ήταν παρανοϊκή.
Τέσσερα χρόνια μετά, το Εφετείο έκανε δεκτούς τους ισχυρισμούς της υπερασπιστικής γραμμής για την ψυχική της κατάσταση, (υπήρξε και ψευδής μαρτυρία πραγματογνώμονα της εισαγγελίας που είχε επηρεάσει το Δικαστήριο το 2002) την αθώωσαν και διακομίστηκε σε ψυχιατρικό ίδρυμα. Από τότε κάθε χρόνο εξετάζεται η περίπτωση επανένταξής της Αντρέα Γέιτς στην κοινωνία και κάθε χρόνο απορρίπτεται.

Από τα έξι παιδιά γλύτωσε το ένα!

Η 27χρονη Κρίστιαν Κ. μητέρα έξι παιδιών, δηλητηρίασε με χάπια και σκότωσε 5 από τα παιδιά της, δύο αγοράκια και τρία κοριτσάκια, ηλικίας από ενός έως 8 ετών. Στη συνέχεια προσπάθησε να αυτοκτονήσει πέφτοντας στις ράγες του τρένου. Επέζησε μόνο ένα από τα παιδιά της 27χρονης, ο 11χρονος Μαρσέλ.
To 2014 η 27χρονη παιδοκτόνος είχε γράψει στα social media ότι «είχε χάσει την αγάπη της ζωής της» – πριν υποστεί μια ακόμη προσωπική κρίση όταν κάηκε το διαμέρισμά της…

Το σύνδομο Μιγχάουζεν δι’ αντιπροσώπου

Διαβάζουμε στο www.athensvoice.gr το εκτενές ρεπορτάζ της Μιμής Φιλιππίδη: Γουανέτα Χόιτ: Σκότωσε τα 5 παιδιά της, συνελήφθη 20 χρόνια μετά τη δολοφονία του τελευταίου, όταν διαγνώστηκε από το Σύνδρομο Μινχάουζεν δι’ αντιπροσώπου.

Η Γουανέτα είχε εγκαταλείψει το Λύκειο για να παντρευτεί. Από τη στιγμή που η Γουανέτα άρχισε να βγαίνει με τον αγαπημένο της Τιμ, είχε κολλήσει πάνω του. Προσποιήθηκε εγκυμοσύνη, παράτησε το Λύκειο και τον παντρεύτηκε τον Ιανουάριο του 1964. Οι δυο τους πήγαν να ζήσουν με την οικογένεια του Τιμ, η οποία θεώρησε από την αρχή την Χουανίτα «περίεργη» -παρατήρησε ότι φορούσε συχνά ρούχα εγκυμοσύνης, ακόμη και όταν δεν ήταν έγκυος. Η Γουανέτα δεν είχε καμία επιθυμία για δική της καριέρα, ήθελε μόνο να είναι νοικοκυρά. Ωστόσο, δεν ήθελε να πάει και ο Τιμ για δουλειά και να την αφήσει μόνη της, τον παρακαλούσε και τον ξεγελούσε με ψέματα για να μην πάει. Κι όταν πήγαινε, τον καλούσε επανειλημμένως ζητώντας τη βοήθειά του σε διάφορες κρίσεις που πάθαινε, σχετικές με την υγεία της. Τον πρώτο παιδί τους, ένα υγιέστατο αγοράκι, πέθανε ξαφνικά στην κούνια του σε ηλικία τριών μηνών. Ο θάνατος αποδόθηκε σε βρεφική άπνοια. Η Γουανέτα, όταν ήταν μόνη στο σπίτι, μη μπορώντας να υπομείνει το επίμονο κλάμα του μωρού, πήρε ένα μαξιλάρι, το κράτησε πάνω στο πρόσωπό του και του προκάλεσε ασφυξία.

Τρία χρόνια αργότερα, μέσα σε 2 εβδομάδες, πέθαναν τα επόμενα 2 παιδιά της. Η κόρη της που ήταν 6 εβδομάδων και ο 2 ετών γιος της. Ενώ τα παιδιά φαίνονταν υγιή, η κόρη είχε πνιγεί πίνοντας γάλα με δημητριακά από ένα μπουκάλι – σύμφωνα με όσα είπε η Χουανίτα – και ο γιος από επινεφριδιακή ανεπάρκεια, σύμφωνα με την ιατροδικαστική έκθεση. Αλλά και αυτά τα παιδιά ήταν θύματα της μητέρας δολοφόνου.

Τον Απρίλιο του ‘70, η Γουανέτα και ο Τιμ πήγαν το τέταρτο παιδί τους, τη Μόλι που ήταν 3 εβδομάδων, στην πρωτοποριακή Κλινική Βρεφικού Ύπνου, όπου ο δρ. Στάινσνάιντερ μελετούσε το Σύνδρομο Αιφνίδιου Βρεφικού Θανάτου (SIDS) που πίστευε ότι οφειλόταν σε υπνική άπνοια από άγνωστο γενετικό παράγοντα.

Αλλά για τον Στάινσνάιντερ οι συνθήκες γύρω από τον θάνατο κάθε παιδιού ήταν άσχετες. Τα μωρά είχαν σταματήσει να αναπνέουν απροσδόκητα, οπότε ο θάνατός τους οφειλόταν, κατά την άποψή του, σε SIDS. Θεώρησε ότι η μελέτη της Μόλι θα παρείχε τις πληροφορίες που χρειαζόταν για να αποδείξει τη θεωρία του ότι το SIDS προκλήθηκε από άπνοια. Αυτή ήταν μια θεωρία που αγνοήθηκε από τους περισσότερους παιδιατρικούς ερευνητές. Αμέσως έβαλε τη Μόλι στην κλινική και την παρακολουθούσε όλο το εικοσιτετράωρο. Ωστόσο, το μόνιτορ ύπνου στο οποίο ήταν συνδεδεμένη ήταν ένα ογκώδες μηχάνημα που συχνά τα καλώδια αποσυνδέονταν και ηχούσαν ψευδείς συναγερμοί. Οι νοσοκόμες, που σημείωναν κάθε λεπτομέρεια γύρω από τη συμπεριφορά της Μόλι, το γνώριζαν αυτό και κατέγραφαν ως ψευδείς τους συναγερμούς. Ο Στάινσνάιντερ, ωστόσο, κατέγραφε ως αληθινούς αυτούς τους ψευδείς συναγερμούς και πρόσθετε μερικά εντελώς κατασκευασμένα επεισόδια άπνοιας στις σημειώσεις του.
Αν και η Μόλι φαινόταν να τα πηγαίνει καλά, οι νοσοκόμες παρατήρησαν κάτι περίεργο στη μητέρα: Σημείωσαν ότι η Γουανέτα δεν έπαιρνε ποτέ τη Μόλι στην αγκαλιά της, παρά μόνο αν της το ζητούσαν. Ακόμη και τότε, κρατούσε το μωρό σε απόσταση από το σώμα της και δεν έδειχνε στοργή. Πολλοί το απέδωσαν στη θλίψη.

Yπήρχε κάτι ακόμη πιο περίεργο στη συμπεριφορά της: Όταν ο Τιμ ερχόταν στην κλινική, ο Γουανέτα φαινόταν να ζηλεύει την προσοχή που έδειχνε στη Μόλι. Αν ο Τιμ κρατούσε το μωρό, η Γουανέτα καθόταν κοντά του και του χάιδευε τον μηρό ή μετακινούσε το μωρό και καθόταν στην αγκαλιά του. Τρεις εβδομάδες αφότου η Μόλι εισήχθη στην κλινική, χωρίς πραγματικά στοιχεία υπνικής άπνοιας, στάλθηκε στο σπίτι με συσκευή παρακολούθησης της αναπνοής. Ήταν το πρώτο βρέφος στις ΗΠΑ που χρησιμοποίησε μόνιτορ αναπνοής στο σπίτι.

Δύο μέρες αργότερα, η Γουανέτα τηλεφώνησε στην κλινική του Στάινσνάιντερ λέγοντας ότι η Μόλι είχε σταματήσει να αναπνέει. Ο γιατρός είπε στη Γουανέτα να τη φέρει αμέσως πίσω στην κλινική. Εκεί διαπιστώθηκε ότι είχε ελαφρύ κρυολόγημα, αλλά ανέπνεε κανονικά. Η Μόλι εισήχθη εκ νέου και είχε παρακολούθηση όλο το εικοσιτετράωρο για περίπου τέσσερις εβδομάδες. Και πάλι, υπήρξαν ψευδείς συναγερμοί, αλλά η αναπνοή της Μόλι φαινόταν να είναι καλή.

Αυτό θορύβησε τις νοσοκόμες που φρόντιζαν τη Μόλι. Η ψυχρή συμπεριφορά της Γουανέτα, σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η Μόλι είχε αυτά τα επεισόδια μόνο όταν ήταν μόνη μαζί της, ήταν εξαιρετικά ύποπτη. Αρκετές από τις νοσοκόμες μίλησαν στον Στάινσνάιντερ, εκφράζοντας τον φόβο τους ότι η Μόλι θα μπορούσε να κινδυνεύσει αν την έστελναν σπίτι με την Γουανέτα. Μια νοσοκόμα του είπε ξεκάθαρα: «Αν τη στείλεις σπίτι, αυτή η κυρία θα τη σκοτώσει».
Στις 4 Ιουνίου 1970, η Μόλι στάλθηκε ξανά στο σπίτι με ένα μόνιτορ αναπνοής. Την επόμενη μέρα, ήταν νεκρή! Η Γουανέτα είπε ότι είχε βάλει τη Μόλι στην κούνια της και την άφησε μόνη για ένα λεπτό. Όταν επέστρεψε, βρήκε το μωρό να μην αναπνέει. Στην αυτοψία, ο ιατροδικαστής σημείωσε ότι η Μόλι ήταν αρκετά μελανιασμένη, κάτι που θα απέκλειε στην πραγματικότητα το SIDS. Ωστόσο, μη βρίσκοντας άλλες ασθένειες ή τραυματισμούς, έκρινε ότι ο θάνατος της Μόλι οφειλόταν σε πνευμονία. Ο Στάινσνάιντερ αμφισβήτησε αμέσως αυτό το εύρημα. Η Μόλι δεν είχε σημάδια πνευμονίας όταν είχε πάρει εξιτήριο 12 ώρες πριν από το θάνατό της. Αλλά ο Στάινσνάιντερ ήθελε να αποδείξει ότι η Μόλι είχε πεθάνει από SIDS που σχετίζεται με άπνοια.

Για ρούχα και για χορό!

Την επομένη της κηδείας της Μόλι, η Γουανέτα βγήκε και ψώνισε ρούχα για τον εαυτό της και το επόμενο βράδυ βγήκε να χορέψει με τον Τιμ. Δύο μήνες αργότερα, ήταν ξανά έγκυος. Όταν γεννήθηκε το αγοράκι τους, ο Νόα, τον Μάιο του 1971, ο Στάινσνάιντερ επέμενε να τον φέρουν στην κλινική του αμέσως μόλις φύγει από το μαιευτήριο. Στην κλινική, ο Νόα φαινόταν απόλυτα υγιής. Αν και πάλι οι νοσοκόμες προειδοποίησαν τον γιατρό ότι το βρέφος μπορεί να κινδύνευε, και πάλι εκείνος αγνόησε τις ανησυχίες τους. Ο Νόα σε ένα μήνα πήρε εξιτήριο, αλλά μέσα σε τρεις μέρες είχε πεθάνει!
Αφού έχασε πέντε παιδιά, ο Τιμ υποβλήθηκε σε βαζεκτομή (χειρουργική επέμβαση για στείρωση των ανδρών), ανησυχώντας ότι αυτό που σκότωνε τα μωρά του ίσως ήταν γενετικό πρόβλημα. Μια εβδομάδα μετά τον θάνατο του Νόα, το ζευγάρι υιοθέτησε δοκιμαστικά ένα μωρό, τον Σκοτ. Ωστόσο, η Γουανέτα δεν τον κράτησε πολύ. Είχε αρχίσει να επισκέπτεται έναν ψυχίατρο και είχε ομολογήσει ότι φοβόταν ότι μπορεί να του κάνει κακό. Είχε επίσης αρχίσει να έχει σκέψεις αυτοκτονίας και της συνταγογραφήθηκε φαρμακευτική αγωγή για να ελέγξει το άγχος και την κατάθλιψή της.

Το ζευγάρι υιοθέτησε αργότερα ένα άλλο βρέφος, τον Τζέι. Ο Τιμ δεν εργαζόταν πλέον. Ο Τζέι δεν φαινόταν να αντιμετωπίζει κανένα πρόβλημα υγείας. Ο Τιμ βεβαιώθηκε ότι το τα βιολογικά μωρά τους είχαν πεθάνει από κάτι γενετικό, ενώ ο δρ. Στάινσνάιντερ δημοσίευσε τη μελέτη του που έδειχνε ότι το SIDS μπορεί να εντοπιστεί στην υπνική άπνοια, που ανιχνεύουν τα οικιακά μόνιτορ. Από τις πωλήσεις των μόνιτορ έχει κερδίσει 9 εκατομμύρια δολάρια! Αλλά δεν εμπιστεύονταν όλοι τις θεωρίες του. Πολλοί ερευνητές βρήκαν προβλήματα με τη μεθοδολογία του και το γεγονός ότι είχε παραποιήσει δεδομένα. Κάποιοι εξέφρασαν την ανησυχία ότι το SIDS δεν μπορούσε να διακριθεί από το ασφυκτικό πνίξιμο και θα μπορούσε να παρέχει ουσιαστικά το ελεύθερο σε οποιονδήποτε γονέα δολοφόνο να εγκληματίσει χωρίς να φυλακιστεί.

Ανάμεσα στους πιο σκληρούς επικριτές του ήταν και μια ιατροδικαστής από το Ντάλας του Τέξας, η δρ. Νόρτον που πίστευε ότι η μελέτη του Στάινσνάιντερ ήταν πρόχειρη και ότι η περίπτωση της «κυρίας Ο» δεν ήταν απόδειξη της γενετικής προδιάθεσης για θανατηφόρα άπνοια ύπνου, αλλά μάλλον μια περίπτωση κατά συρροή δολοφόνου. Χρειάστηκαν 20 χρόνια από τον φόνο του τελευταίου παιδιού της Γουανέτα, ώσπου ο περιφερειακός εισαγγελέας της Ν. Υόρκης -που η δρ. Νόρτον είχε ενημερώσει για την υπόθεση από τότε που ήταν βοηθός εισαγγελέα- διατάξει τη σύλληψη της Γουανέτα Χόιτ για τη δολοφονία των πέντε παιδιών της.

Η δίκη της άρχισε τον Μάιο του 1995. Ο σύζυγός της, ο γιος της Τζέι και οι γείτονές την υποστήριξαν. Ουδείς ήθελε να πιστέψει ότι η αδύναμη, μεσήλικη γυναίκα θα μπορούσε να έχει δολοφονήσει τα ίδια της τα παιδιά. Η υπεράσπισή της αντέκρουσε τους κατηγόρους και τους ψυχολόγους που υποστήριζαν ότι η Γουανέτα έπασχε από το «Σύνδρομο Μινχάουζεν δι’ αντιπροσώπου», αμφισβητώντας την επιστήμη της ψυχολογίας και ισχυριζόμενοι ότι δεν υπήρχε ούτε ένα συγκεκριμένο στοιχείο που να αποδεικνύει ότι η Χουανίτα είχε σκοτώσει τα παιδιά της. Ωστόσο, κρίθηκε ένοχη και καταδικάστηκε σε 75 χρόνια φυλάκιση. Άσκησε έφεση, αλλά πέθανε από καρκίνο του παγκρέατος πριν εκδικαστεί η έφεσή της. Εξαιτίας αυτού, η Πολιτεία της Νέας Υόρκης την αθώωσε μετά θάνατον.

Σχετικά Άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ