Δεν είναι το πρόβλημα της δημοκρατίας οι ακραίες φωνές. Πάντα υπήρχαν και πάντα θα υπάρχουν. Το πρόβλημα αρχίζει όταν αυτές οι φωνές μετατρέπονται σε πολιτική πρακτική, όταν η κραυγή υποκαθιστά την επιχειρηματολογία και όταν η προσωπική παθολογία βαφτίζεται «λαϊκή αλήθεια». Σε μια περίοδο όπου η εμπιστοσύνη στους θεσμούς στην Ελλάδα παραμένει χαμηλή και η ίδια η ευρωπαϊκή συζήτηση επαναφέρει το κράτος δικαίου, την ποιότητα των θεσμών και την ανάγκη διαλόγου στο επίκεντρο, η υποβάθμιση του δημόσιου λόγου δεν είναι απλώς αισθητικό πρόβλημα. Είναι θεσμικό σύμπτωμα.
Υπάρχει μια κατηγορία πολιτικών που δεν ζει από τις ιδέες της, αλλά από τη διαρκή υπερδιέγερση του ακροατηρίου της. Δεν θέλει να πείσει. Θέλει να εξαγριώσει. Δεν θέλει να εξηγήσει. Θέλει να δείξει με το δάχτυλο. Δεν θέλει να οργανώσει κοινωνική απαίτηση σε πολιτικό σχέδιο. Θέλει να την αρπάξει στον αέρα,να την ντύσει με μίσος, να τη σπρώξει στα άκρα και στο τέλοςνα την εκμεταλλευτεί για να καλύψει τα δικά της ελλείμματα: γνώσης, ήθους, αυτοσυγκράτησης, δημοκρατικής παιδείας.
Εκεί ακριβώς βρίσκεται η μεγάλη απάτη. Αυτοί οι πολιτικοί συνήθως πατούν πάνω σε υπαρκτά, συχνά δίκαια αιτήματα. Πατούν στην οργή για αδικίες. Στην καχυποψία απέναντι στην εξουσία. Στην αγωνία για τη δικαιοσύνη, την ακρίβεια, την αναξιοκρατία, την ανισότητα, την ανασφάλεια. Δηλαδή δεν ξεκινούν από το ψέμα.Ξεκινούν από μια αλήθεια. Και μετά την κακοποιούν. Τη μετατρέπουν σε εργαλείο προσωπικής προβολής, σε θέαμα, σεμόνιμη κατηγορία εναντίον όλων, σε βολικό υποκατάστατο πολιτικής.
Αυτή η πολιτική συμπεριφορά δεν είναι αντισυστημική. Είναι παρασιτική. Τρέφεται από τις αποτυχίες του συστήματος, χωρίς να θέλει να τις διορθώσει. Γιατί αν λυθούν τα προβλήματα, χάνει το μεροκάματο της αγανάκτησης. Ο επαγγελματίας της τοξικότητας δεν θέλει καλύτερη δημοκρατία. Θέλει πιο φθαρμένη δημοκρατία, ώστε να μοιάζει ο ίδιος αναγκαίος. Δεν θέλει ισχυρό κράτος δικαίου. Θέλει μόνιμη δυσπιστία απέναντι σε κάθε θεσμό, για να εμφανίζεται ο ίδιος ως τιμωρός, έστω κι αν δεν είναι τίποτε παραπάνω από τηλεοπτικός εισαγγελέας του εαυτού του.
Το χειρότερο όμως δεν είναι η χυδαιότητα. Η δημοκρατία έχει αντέξει και χειρότερα. Το χειρότερο είναι η παιδαγωγική επίδραση αυτής της στάσης πάνω στην κοινωνία. Όταν ο πολίτης βλέπει να επιβραβεύεται ο θόρυβος αντί της σκέψης, ο τραμπουκισμός αντί της τεκμηρίωσης, η συνωμοσιολογία αντί της αμφιβολίας, τότε εκπαιδεύεται κι ο ίδιος να μισεί τον διάλογο. Μαθαίνει ότι για να ακουστείς πρέπει να ουρλιάξεις. Ότι για να δικαιωθείς πρέπει πρώτα να δαιμονοποιήσεις. Ότι για να υπάρξεις πολιτικά πρέπει να φτιάξεις εχθρό, όχι πρόταση.
Και κάπως έτσι, η ίδια η έννοια του δίκαιου αιτήματος φθείρεται. Όταν το αίτημα για δικαιοσύνη το χειρίζονται πολιτικοί με όρους προσωπικής εκδίκησης, η δικαιοσύνη γελοιοποιείται. Όταν το αίτημα για διαφάνεια γίνεται αφορμή για ατελείωτο λασπόλουτρο, η αλήθεια θολώνει. Όταν η καταγγελία γίνεται βιομηχανία εντυπώσεων, η πραγματική καταγγελία χάνει την ισχύ της. Το αποτέλεσμα είναι τραγικό: όχι μόνο δεν προχωρούν οι λύσεις, αλλά απαξιώνονται και τα ίδια τα αιτήματα που έπρεπε να προστατευθούν.
Αυτές οι «κλινικές» περιπτώσεις πολιτικής δεν είναι απλώς γραφικές. Είναι επικίνδυνες, επειδή μετατρέπουν την ιδεοληψία σε μέθοδο και τον ναρκισσισμό σε πολιτική πράξη. Κάθε θέμα το φιλτράρουν μέσα από μια μανιχαϊστική εικόνα κόσμου: οι καθαροί και οι ένοχοι, οι πατριώτες και οι προδότες, οι άγιοι και οι διεφθαρμένοι. Σε αυτό το σχήμα δεν χωρά η σύνθετη πραγματικότητα. Δεν χωρά η αντιρρητική σκέψη. Δεν χωρά καν η ίδια η δημοκρατία, που από τη φύση της είναι δύσκολη, αργή, αντιφατική, συμβιβαστική.
Κι όμως, σήμερα η χώρα έχει ανάγκη ακριβώς το αντίθετο. Περισσότερη σοβαρότητα, όχι περισσότερη παράσταση. Περισσότερη θεσμική αυτοπειθαρχία, όχι περισσότερους πολιτικούς περφόρμερ. Άλλωστε, ακόμη και η τρέχουσα συζήτηση για κρίσιμα θεσμικά ζητήματα, όπως η συνταγματική αναθεώρηση, υπενθυμίζει ότι οι μεγάλες δημοκρατικές τομές απαιτούν πλειοψηφίες, συναινέσεις και επιχειρήματα, όχι υστερία και προσωπικά σόου.
Η κοινωνία δεν χρειάζεται άλλους εμπόρους αγανάκτησης. Χρειάζεται πολιτικούς που να μπορούν να σηκώσουν το βάρος της αλήθειας χωρίς να τη μετατρέπουν σε όπλο θεάματος. Γιατί όταν ο δημόσιος λόγος καταδικάζεται σε άναρθρες κραυγές, δεν νικούν οι «αντισυστημικοί». Χάνει ο πολίτης, χάνει η δημοκρατία, χάνει το ίδιο το κράτος δικαίου. Και τότε το πρόβλημα δεν είναι πια ποιος φωνάζει περισσότερο. Είναι ότι κανείς δεν ακούει τίποτα.
πηγη:

