Γράφει η Μαρία Συλαϊδή
(Αρθρογράφος – Συγγραφέας)
Κάποιες φορές στη ζωή μας ανοίγει μια μικρή πόρτα μέσα μας. Μια πόρτα παλιά, σκονισμένη, ξεχασμένη και πίσω της είναι ακόμα το παιδί που ήμασταν κάποτε. Εκείνο το παιδί που δεν μεγάλωσε ποτέ και περιμένει. Με γδαρμένα γόνατα από τα παιχνίδια στις αυλές. Με μάτια γεμάτα γαλάζιους ουρανούς. Με όνειρα τόσο μεγάλα, που χωρούσαν
ολόκληρο τον κόσμο. Το παιδί που πίστευε πως οι άνθρωποι είναι καλοί. Πως οι υποσχέσεις μένουν μέσα στο χρόνο. Πως η αγάπη δεν πληγώνει. Πως τα αστέρια ακούν τις ευχές. Κι έπειτα, ο χρόνος άλλαξε, μεγαλώσαμε. Μάθαμε τι σημαίνει φόβος. Τι σημαίνει απογοήτευση.
Τι σημαίνει να χάνεις ανθρώπους, δρόμους, κομμάτια του εαυτού σου. Μα όσο κι αν αλλάζει ο άνθρωπος,το παιδί μέσα του δεν φεύγει ποτέ. Κρύβεται. Σαν ένα μικρό φως που παραμονεύει μέσα σε ένα σκοτεινό δάσος. Σαν ένα κερί που τρεμοπαίζει όταν φυσά δυνατός
αέρας, μα συνεχίζει να καίει παρά τις αντιξοότητες. Και ίσως γι’ αυτό, κάποιες νύχτες του Μαΐου, όταν τα παράθυρα μένουν ανοιχτά και ο αέρας μυρίζει γιασεμί ακούμε μέσα μας μια παράξενη ερώτηση:
«Θα ήταν περήφανο για μένα το παιδί που ήμουν κάποτε;»
Όχι γιατί κατάφερε και απέκτησε χρήματα. Όχι για όλες εκείνες τις επιτυχίες που ανέδειξαν ποιος είναι. Όχι για όσα απέκτησε,αλλά για κάτι πιο δύσκολο. Για το αν κρατησε την καλοσύνη. Αν έμαθε να αγαπά χωρίς φόβο. Αν συνεχίζει να ονειρεύεται, ακόμη κι όταν η ζωή
κουράζει. Γιατί, τελικά, το παιδί που ήμασταν κάποτε δεν ζητούσε να γίνουμε τέλειοι, ζητούσε μόνο ένα πράγμα, να παραμείνουμε ανθρώπινοι.
Μικρές συμβουλές για:
Γονείς
*Να ρωτάτε το παιδί σας τι ονειρεύονται και τι φοβούνται.
*Δείξτε στα παιδιά πως και οι μεγάλοι κάνουν λάθη, αλλά συνεχίζουν να προχωρούν.
Εκπαιδευτικούς
*Δώστε στα παιδιά χώρο να εκφράσουν τον εσωτερικό τους κόσμο. Ένα παιδί που μιλά για τα συναισθήματά του γίνεται ενήλικας με δύναμη.
*Μην αξιολογείτε μόνο τη γνώση. Δώστε σημασία στη φαντασία, στην ευγένεια, στην ενσυναίσθηση.
*Ένα παιδί θυμάται περισσότερο έναν εκπαιδευτικό που το πίστεψε, παρά ένα τέλειο μάθημα.
Δραστηριότητα για παιδιά
«Γράμμα στον μελλοντικό μου εαυτό»
Υλικά: χαρτί,φάκελος,μαρκαδόροι,αυτοκόλλητα ή ζωγραφιές.
Τι κάνουμε: Γράψτε ένα μικρό γράμμα στον μελλοντικό σας εαυτό. Τι όνειρα έχετε. Τι σας κάνει χαρούμενα. Τι φοβάστε. Τι δεν θέλετε να ξεχάσετε ποτέ. Στο τέλος, βάλτε το γράμμα σε φάκελο και γράψτε απ’ έξω: «Να ανοιχτεί όταν μεγαλώσω»
Προτάσεις βιβλίων
Ο Μικρός Πρίγκιπας – Antoine de Saint-Exupéry
Ο Μικρός Πρίγκιπας ζούσε σε έναν μικροσκοπικό πλανήτη με τρία ηφαίστεια και με ένα όμορφο αλλά απαιτητικό τριαντάφυλλο. Μια μέρα, αποφάσισε να ταξιδέψει σε άλλους πλανήτες. Όταν έφτασε στη Γη, έπιασε φιλίες με μια αλεπού και ανακάλυψε ότι τα πιο σημαντικά πράγματα στη ζωή είναι αυτά που αισθανόμαστε με την καρδιά, και όχι εκείνα που βλέπουμε με τα μάτια.
Πίτερ Παν – J.M. Barrie
Η κλασική ιστορία του Πίτερ Παν από τον James Matthew Barrie είναι ένα μαγευτικό ταξίδι στη φαντασία και την αθωότητα της παιδικής ηλικίας. Σε μια εποχή που η ενηλικίωση συχνά συνδέεται με την απώλεια
της ελευθερίας, ο Πίτερ Παν αντιπροσωπεύει την επιθυμία να παραμείνουμε πάντα παιδιά, αναζητώντας τη χαμένη μαγεία της ζωής.
Τα ψηλά βουνά – Ζαχαρίας Παπαντωνίου
Ο Δημητράκης, ο Φάνης και οι υπόλοιποι φίλοι τους βρίσκονται αντιμέτωποι με σκοτεινά δάση και πονηρές αλεπούδες, ενώ παράλληλα ανακαλύπτουν τη δύναμη της συνεργασίας. Η αφήγηση είναι γεμάτη ένταση και συναισθήματα, καθώς τα παιδιά μαθαίνουν να ξεπερνούν τους φόβους τους και να στηρίζουν ο ένας τον άλλον.
Διήγημα
Το παιδί που ήμουν κάποτε

Ο Ανδρέας δεν φοβόταν τη σιωπή της νύχτας,τη συνήθισε με τα χρόνια. Συνήθισε τη σιωπή του άδειου σπιτιού όταν γυρνούσε κουρασμένος από τη δουλειά. Τη σιωπή των ανθρώπων που κάποτε υπόσχονταν πως θα μείνουν. Τη σιωπή που αφήνει η ζωή όταν μεγαλώνεις και καταλαβαίνεις πως δεν γίνονται όλα όπως τα είχες φανταστεί. Κι όμως, εκείνο το βράδυ του Μαΐου, η σιωπή ήταν λιγάκι διαφορετική. Ένιωσε την αλλαγή γιατί ήταν γλυκιά. Ο αέρας έμπαινε από το ανοιχτό παράθυρο και κουνούσε απαλά τις κουρτίνες που έμοιαζαν σαν νύμφες που χορεύουν. Κάπου μακριά ακουγόταν γρύλοι και πάνω στο τραπέζι, ανάμεσα σε
λογαριασμούς και χαρτιά, βρισκόταν ένα μικρό κουτί. Παλιό. Ξύλινο. Σκονισμένο.
Ο Αντρέας το κοίταξε για ώρα δίχως να μπορεί να πλησιάσει κοντά. Το είχε φέρει από το πατρικό του εκείνο το πρωί. Η μητέρα του τού είχε πει:
«Πάρ’ το,είναι δικό σου από τότε που ήσουν παιδί».
Εκείνος,όμως,δεν θυμόταν,είχε ξεχάσει τι είχε μέσα εκείνο το κουτί κι αυτό τον φόβιζε μέσα του. Τον έκανε να μοιάζει αδύναμο και φοβισμένο. Έπειτα από αρκετή ώρα πήρε την απόφαση, πλησίασε διστακτικά, κάθισε στη καρέκλα και το άνοιξε αργά. Μέσα υπήρχαν μικρά πράγματα. Μια γυάλινη μπίλια που θύμιζε το γαλάζιο του ουρανού. Θυμήθηκε που
είχε ανταλλάξει ένα κόμικ του για να την αποκτήσει. Ένα στρατιωτάκι χωρίς χέρι που κάποιος το είχε παρατήσει στην αλάνα της γειτονιάς. Και μια φωτογραφία από σχολική γιορτή. Όλοι οι συμμαθητές του,οι φίλοι του μια αγκαλιά κι ένα τεράστιο χαμόγελο έξω από το πετρόχτιστο σχολείο.
Μέσα υπήρχε και κάτι ακόμα,ένα τετράδιο μπλε. Ο Αντρέας το πήρε στα χέρια του,το έβαλε πάνω στη καρδιά του που χτυπούσε δυνατά και το άνοιξε. Τα φύλλα του πλέον είχαν πια κιτρινίσει από τα χρόνια. Πάνω στην πρώτη σελίδα, με παιδικά γράμματα, έγραφε:
«Όταν μεγαλώσω…» Ο Ανδρέας χαμογέλασε πικρά και άρχισε να διαβάζει.
«Όταν μεγαλώσω θέλω να έχω σκύλο. Να μένω κοντά στη θάλασσα. Να μη γίνω κακός άνθρωπος. Να βοηθάω τη μαμά όταν κλαίει. Να ταξιδεύω. Να έχω φίλους αληθινούς. Να μη σταματήσω να κοιτάζω τα αστέρια.» Ο Ανδρέας σταμάτησε να διαβάζει,κάτι τον έσφιξε μέσα του. Σηκώθηκε και πήγε στο παράθυρο. Η πόλη απλωνόταν απέναντί του γεμάτη φώτα και
ξαφνικά του φάνηκε ξένη. Πότε είχε σταματήσει να κοιτάζει τα αστέρια; Πότε έγινε άνθρωπος που βιαζόταν συνεχώς; Πότε ξέχασε να ονειρεύεται; Έκλεισε τα μάτια και τότε άκουσε μια φωνή.
«Άργησες».
Ο Ανδρέας γύρισε απότομα. Στην άκρη του δωματίου στεκόταν ένα αγόρι. Ήταν γύρω στα δέκα ,με γδαρμένα γόνατα, με κοντομάνικο μπλουζάκι,με μάτια φωτεινά σαν καλοκαιρινό ουρανό.
Ο Ανδρέας πάγωσε «Ποιος είσαι;»
Το αγόρι χαμογέλασε, «Με ξέχασες τόσο εύκολα;»
Ο Ανδρέας ένιωσε την καρδιά του να χτυπά δυνατά «Είσαι…εγω;»
Το αγόρι έγνεψε «Εσύ,πριν μεγαλώσεις».
Η ανάσα του κόπηκε,το παιδί πλησίασε το τραπέζι και πήρε το μπλε τετράδιο. «Το έγραψα όταν ήμουν μικρός» είπε «τότε που πίστευα πως οι μεγάλοι δεν φοβούνται τίποτα».
Ο Ανδρέας χαμήλωσε το βλέμμα. «Οι μεγάλοι φοβούνται πιο πολύ απ’ όλους».
Το παιδί τον κοίταξε προσεκτικά «και γιατί έγιναν έτσι;»
Ο Ανδρέας δεν απάντησε,γιατί δεν ήξερε. Σκέφτηκε να πει όσα του ερχόντουσαν στο μυαλό.
Ίσως γιατί κουράστηκαν. Ίσως γιατί πληγώθηκαν. Ίσως γιατί κάποια στιγμή άφησαν πίσω τους όλα εκείνα που τους έκαναν αληθινούς,αλλά δεν είπε τίποτα.
Το παιδί περπάτησε ως το παράθυρο «Θυμάσαι;» ρώτησε.
«Τι;» ρώτησε ο Ανδρέας.
«Που λέγαμε ότι θα αλλάξουμε τον κόσμο».
Ο Αντρέας χαμογέλασε θλιμμένα «Ο κόσμος άλλαξε εμένα πρώτο».
Το παιδί γύρισε απότομα «Ναι,αλλά δεν έπρεπε να τον αφήσεις».
Ο Ανδρέας ένιωσε σαν κάποιος να του άνοιγε παλιές πληγές που νόμιζε πως είχαν κλείσει.
«Προσπάθησα» ψιθύρισε.
Το παιδί μαλάκωσε το βλέμμα του και πλησίασε κοντά του «Το ξέρω», είπε «Γι’ αυτό είμαι εδώ».
Ο Ανδρέας τον κοίταξε «Γιατί ήρθες;»
Το παιδί χαμογέλασε ξανά «Για να σου θυμίσω ποιος ήσουν πριν φοβηθείς».
Έξω ο αέρας κουνούσε τα δέντρα και για μια στιγμή ο χρόνος έμοιαζε να έχει σταματήσει.
«Πες μου κάτι», είπε ο Ανδρέας «Είσαι περήφανος για μένα;»
Το παιδί δεν απάντησε αμέσως,κοίταξε το πρόσωπό του προσεκτικά σαν να έψαχνε μέσα του και ύστερα είπε:
«Δεν με νοιάζει αν έγινες πλούσιος. Δεν με νοιάζει αν απέτυχες κάποιες φορές. Δεν με
νοιάζει αν έκλαψες. Με νοιάζει που ακόμα νιώθεις. Που ακόμα στεναχωριέσαι όταν κάποιος πονά. Που ακόμα κοιτάζεις τον ουρανό όταν δεν αντέχεις. Άρα όχι δεν σε έχασα τελείως».
Ο Ανδρέας ένιωσε τα μάτια του να γεμίζουν δάκρυα «Και τώρα;» ρώτησε.
Το παιδί χαμογέλασε «Τώρα πρέπει να θυμηθείς να ζεις,όχι μόνο να επιβιώνεις».
Πλησίασε την πόρτα και πριν φύγει, γύρισε και τον κοίταξε για τελευταία φορά, «Μη γίνεις ποτέ τόσο μεγάλος ώστε να ντραπείς για το παιδί που ήσουν» και χάθηκε έτσι απλά σαν όνειρο.
Ο Ανδρέας έμεινε μόνος μα δεν ένιωθε πλεον άδειος. Κοίταξε ξανά το τετράδιο και χαμογέλασε γλυκά. Ύστερα πήγε στο παράθυρο και σήκωσε το βλέμμα ψηλά. Τα αστέρια ήταν ακόμα εκεί. Πάντα ήταν. Απλώς εκείνος είχε ξεχάσει να τα κοιτάζει και για πρώτη φορά μετά από χρόνια χαμογέλασε σαν παιδί.
Και μην ξεχνάτε, το παιδί που ήσασταν κάποτε δεν ζητά να είστε τέλειοι,ζητά μόνο να θυμάστε πώς να ονειρεύεστε, πώς να αγαπάτε, πώς να σηκώνεστε όταν πέφτετε και πώς να κρατάτε φως μέσα σας ακόμα κι όταν μεγαλώνετε.
Γιατί ο άνθρωπος δεν χάνεται όταν μεγαλώνει, χάνεται μόνο όταν ξεχνά ποιος ήταν.

