Δενδρώδεις καλλιέργειες: Η ναυαρχίδα της ελληνικής αγροδιατροφής χρειάζεται και επενδύσεις

Δεσπόζουσα θέση κατέχουν διαχρονικά οι δενδρώδεις καλλιέργειες στον ελληνικό πρωτογενή τομέα. Τόσο σε επίπεδο εκτάσεων, όσο και εκμεταλλεύσεων, οι αριθμοί αναδεικνύουν τον πρωταγωνιστικό ρόλο των δέντρων. Αναλυτικότερα, και σύμφωνα με την ΕΛΣΤΑΤ, οι μόνιμες καλλιέργειες καταλαμβάνουν περίπου 10,83 εκατ. στρέμματα σε σύνολο 32,21 εκατομμυρίων στρεμμάτων (στοιχεία 2017).

Επιπλέον, το 2019, οι μόνιμες καλλιέργειες αντιστοιχούσαν στο 54,7% του συνόλου των εκμεταλλεύσεων της χώρας. Πρώτη με διαφορά είναι η παραγωγική εξειδίκευση της ελαιοκομίας (38,6% του συνόλου), που μαζί με τις λοιπές μόνιμες καλλιέργειες (κυρίως άλλες δενδρώδεις, όπως ροδακινιές, μηλιές κ.λπ.) και τα εσπεριδοειδή αντιπροσωπεύουν τις μισές εκμεταλλεύσεις της χώρας.

Καθοριστική συμβολή στις εξαγωγές

Τα φρούτα σημείωσαν το 2020 ρεκόρ εξαγωγών, ξεπερνώντας το 1,1 δισ. ευρώ (αύξηση 15,8% έναντι του 2020) και συμβάλλοντας καθοριστικά στη διαμόρφωση θετικού εμπορικού ισοζυγίου αγροτικών προϊόντων, για πρώτη φορά μετά από 36 χρόνια. Στον αντίποδα, αν και το ελαιόλαδο δεν επέδειξε ανοδική πορεία στις εξαγωγές, αποτελεί σταθερά έναν από τους πυλώνες εξωστρέφειας των αγροτικών προϊόντων, συνεισφέροντας με πάνω από 750 εκατ. ευρώ σε ετήσια βάση.

Βιώσιμη λύση με προοπτικές

Καλλιέργειες όπως τα ακρόδρυα έχουν βοηθήσει στη συγκράτηση των επιπτώσεων των δύσκολων περιόδων της οικονομίας στο γεωργικό εισόδημα. Μάλιστα, σε αρκετές περιπτώσεις, αύξησαν τα παραγωγικά τους μεγέθη ακόμα και σε περιόδους έντονης ύφεσης, προσφέροντας πολύτιμες λύσεις στους παραγωγούς. Αυτό συνέβη, για παράδειγμα, με τη φιστικιά, που κατά την προηγούμενη δεκαετία αύξησε τις καλλιεργούμενες εκτάσεις της πανελλαδικά, ιδιαίτερα στη Στερεά Ελλάδα.

Αντίστοιχη περίπτωση είναι αυτή της καστανιάς στη Θεσσαλία, αλλά και της αμυγδαλιάς στην Κεντρική Μακεδονία. Μάλιστα, τα τελευταία χρόνια, με τη διάδοση των προϊόντων φυτικών ροφημάτων, η εν λόγω καλλιέργεια προσφέρει διεξόδους σε αρκετούς παραγωγούς. Τα πυρηνόκαρπα αποτελούν ακόμα ένα παράδειγμα ανθεκτικότητας, καθώς, όπως έχει αναλύσει η

«ΥΧ», τα ροδάκινα και τα κεράσια σε περιόδους κρίσης αύξησαν τα μεγέθη τους, αν και στη συνέχεια επλήγησαν από το ρωσικό εμπάργκο.

Οδηγός οι νέες φυτεύσεις, αναγκαίες οι επενδύσεις για αναδιάρθρωση

Όπως και ο ευρύτερος πρωτογενής τομέας, έτσι και οι δενδρώδεις καλλιέργειες πλήττονται από την έλλειψη επενδύσεων. Η γήρανση των δέντρων αποτελεί διαρθρωτικό πρόβλημα της ελληνικής δενδροκομίας και ανασταλτικό παράγοντα για την αύξηση της παραγωγικότητας. Ενδεικτικά, τρία στα τέσσερα δέντρα ροδακινιάς θεωρούνται γερασμένα. Αντίστοιχες ή και χειρότερες επιδόσεις καταγράφει ο κλάδος των εσπεριδοειδών, αλλά και της ελαιοκομίας.

Τα προγράμματα των Σχεδίων Βελτίωσης δεν έχουν αποτελέσει αξιόλογο αντίβαρο στην έλλειψη χρηματοδότησης για αναδιαρθρώσεις. Την ίδια στιγμή, οι παραγωγοί έχουν στρέψει το βλέμμα στα πολυαναμενόμενα κεφάλαια από το Ταμείο Ανάκαμψης, που αναμένεται να προσφέρουν μια σημαντική ένεση ρευστότητας για την υλοποίηση νέων φυτεύσεων. Παράλληλα, δημιουργούν προοπτικές για τη δημιουργία σύγχρονων, οικονομικά βιώσιμων εκμεταλλεύσεων, που θα αξιοποιούν τις νέες τεχνολογίες και την επιστημονική γνώση. Ανάλογα με τα κονδύλια που τελικά

θα διατεθούν, οι παραγωγοί προσβλέπουν σε μια θετική εξέλιξη, με πρώτες υποψήφιες καλλιέργειες τα ροδάκινα και τα σύκα.

Απουσία χρηματοδότησης, περιορισμένες, αλλά σημαντικές οι επενδύσεις

Σε διεθνές επίπεδο, οι επενδύσεις σε δενδρώδεις καλλιέργειες στηρίζονται από ειδικά χρηματοδοτικά προγράμματα, που λαμβάνουν υπόψη τις ιδιαιτερότητές τους, με σημαντικότερη αυτήν της αναμονής κατά μέσο όρο πέντε ετών για την έναρξη του παραγωγικού σταδίου των δέντρων. Στη χώρα μας, τέτοιου είδους χρηματοδοτικά εργαλεία, καθώς και εναλλακτικές διαχείρισης επιχειρηματικού ρίσκου, δεν έχουν αναπτυχθεί, με αποτέλεσμα ενδιαφερόμενοι που δεν έχουν τη δυνατότητα να καλύψουν με ίδιους πόρους το αρχικό επενδυτικό κόστος να μην μπορούν να ακολουθήσουν την τάση αυτή.

Παρά τα προβλήματα και το σημαντικό χρηματοδοτικό κενό, μια ικανή μερίδα παραγωγών πραγματοποιεί επενδύσεις, με τις ελιές και τα ακρόδρυα να ξεχωρίζουν, μαζί με φρούτα όπως τα ακτινίδια και τα κεράσια. Σύμφωνα με έρευνα του Πανεπιστημίου Θεσσαλίας, πρόκειται για επαγγελματίες και ετεροεπαγγελματίες αγρότες, που διαθέτουν ίδια κεφάλαια και προχωρούν στην εγκατάσταση δενδρώνων, εστιάζοντας στην όσο το δυνατόν μεγαλύτερη κάλυψη των καλλιεργητικών αναγκών με μηχανικά μέσα και στόχο τη μείωση του κόστους παραγωγής και τις βέλτιστες συνθήκες συγκομιδής.

Σχετικά Άρθρα

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΝΕΑ